Επίκεντρο των Αποφάσεων ο Άνθρωπος Όχι η Ευημερία των Αριθμών

Επίκεντρο των Αποφάσεων ο Άνθρωπος Όχι η Ευημερία των Αριθμών
Επίκεντρο των Αποφάσεων ο Άνθρωπος Όχι η Ευημερία των Αριθμών

Πέμπτη 24 Σεπτεμβρίου 2026

Η Διαθήκη του Ιερομονάχου στη Λευκάδα Παρθενίου Σίκουλα

Άγγελος Γ. Χόρτης*

Στις 15 Μαρτίου του 1729, με το παλαιό ημερολόγιο, ο Ιερομόναχος Παρθένιος Σίκουλας, κτήτωρ του Ιερού Ναού της Παναγίας των Εισοδίων στην Αμαξική(1),  κάλεσε τον δημόσιο νοτάριο της πόλης Τζώρτζη Μπαρμπαρήγο στον τόπο διαμονής του, ο οποίος ήταν ένα κελί στον ναό του Παντοκράτορος, για να συντάξει, καθ’ υπαγόρευσή του, τη διαθήκη του. Τον νοτάριο συνόδευαν, κατά το ειωθός, ο Σπύρος Δουκατάς, ο Στεφανής Ευθύμιος και ο Αντώνιος Σπηλιώτης, οι οποίοι θα παρίσταντο ως μάρτυρες και θα υπέγραφαν, όπως και ο Σίκουλας, το νοταριακό έγγραφο. Ο Ιερομόναχος, ασθενής από πονόλαιμο, όπως δήλωσε, διατηρούσε, ωστόσο, την πνευματική του διαύγεια, απαραίτητη προυπόθεση για την εγκυρότητα του εγγράφου το οποίο θα συντασσόταν, όπως διεπίστωσαν ο νοτάριος και οι μάρτυρες.

Όπως όλες οι διαθήκες της εποχής  έτσι και η διαθήκη του Παρθενίου κινείται σε δύο άξονες και η τυπολογία τους είναι πανομοιότυπη. Ο πρώτος αφορά τη μέριμνα για τη σωτηρία της ψυχής  και η μέριμνα αυτή διαπερνά κάθετα ολόκληρο το κοινωνικό σώμα, πλούσιους και φτωχούς, άρχοντες και αρχόμενους, ενάρετους και αμαρτωλούς, όπως φαίνεται σε όλα ανεξαιρέτως τα σχετικά νοταριακά έγγραφα και εκφράζεται, όπως θα διαπιστώσουμε και στη συγκεκριμένη διαθήκη, με συγκεκριμένες πρακτικές και ο δεύτερος τη διάθεση των περιουσιακών τους στοιχείων και τη διευθέτηση των οικονομικών τους εκκρεμοτήτων.  Οι δύο αυτοί άξονες τέμνονται, αφού η διάθεση με συγκεκριμένους τρόπους περιουσιακών στοιχείων των διαθετών ( αγαθοεργίες, δωρεές σε ιερά καθιδρύματα, τέλεση των θεσμοθετημένων θρησκευτικών τελετουργιών για τους τεθνεώτες κ.λπ.) αποτελούν το μέσο με το οποίο θα αποκαθαρθούν   από τον ρύπο της αμαρτίας και θα κερδίσουν την αιώνια ζωή και μακαριότητα.

Αρχικά ο Παρθένιος δηλώνει ότι παραδίδει το πνεύμα του εις χείρας του Θεού και τον παρακαλεί να το δεχθεί ως ελεήμων και φιλάνθρωπος. Οι φράσεις, που παραπέμπουν στα ιερά κείμενα και την εκκλησιαστική υμνολογία, προοικονομούν το «κλίμα» στο οποίο κινείται η διαθήκη. Ακολούθως, δηλώνει ότι αφήνει σε όλους τους ευσεβείς και ορθοδόξους χριστιανούς την «εν θεό αγάπιν και τελίαν σιγχωρισιν»(οι εντός εισαγωγικών φράσεις είναι  αυτούσιες, πλήν του τονισμού, οι φράσεις του κειμένου) και ζητεί από αυτούς να πράξουν το ίδιο. Η φράση παραπέμπει σε μετάνοια, πρώτο αναβαθμό, ώστε η ψυχή του να απαλλαγεί από το βάρος εκουσίων ή ακουσίων αμαρτημάτων.  

 Στη συνέχεια, όπως γίνεται σε όλες τις διαθήκες,, ο νοτάριος ρωτά τον διαθέτη αν αφήνει κάτι σε οσπιτάλια (νοσοκομεία), σκλάβους και ορφανά.  Η ερώτηση υποδηλώνει συγκεκριμένες πραγματικότητες της εποχής, δηλαδή πρώτον την ύπαρξη νοσοκομείων για την περίθαλψη των ασθενών, με το φαινόμενο να το συναντούμε από πρωιμότερες ήδη εποχές στις ιταλικές πόλεις και γενικότερα τη Δ. Ευρώπη (2), δεύτερον την ύπαρξη ανθρώπων που είχαν χάσει την ελευθερία τους, λόγω της ενδημούσης στη Μεσόγειο  πειρατείας(3), αλλά και της φυλακίσεως για διάφορους λόγους, και τέλος την ύπαρξη ορφανών παιδιών, λόγω, προφανώς, της υψηλής θνησιμότητας και, ακόμα, πιθανότατα, νόθων και έκθετων(4). Ο Παρθένιος, απαντά ότι αφήνει 1,5 ριάλι (5) «στο οσπιτάλε ετουτουνού του τόπου» και, άλλο 1,5 ριάλι για τους «φυλακομένους δια τιν ψιχίν μου». Πρέπει εδώ να σημειωθεί ότι είναι η πρώτη φορά που, στα επίσημα έγγραφα της Βενετοκρατίας,  εγώ τουλάχιστον, συναντώ αναφορά σε νοσοκομείο στο νησί μας με αναμφισβήτητο τεκμήριο της λειτουργίας του, χωρίς όμως αναφορά στις πηγές χρηματοδότησής του, οι οποίες μπορεί να ήταν είτε το Δημόσιο είτε εταιρείες φιλανθρώπων, όπως συνέβαινε στη Δύση. Ως προς αυτό, το ζήτημα παραμένει προς διερεύνηση.

Την εκκλησία της οποίας ήταν κτήτωρ, δηλαδή την Παναγία των Εισοδίων, την οποία ο Παρθένιος είχε μετατρέψει σε συναδελφικό ναό, την κληροδοτεί στην αδελφότητα του ναού, δηλαδή στους (συν)αδελφούς, οι οποίοι ήταν καταγεγραμμένοι στο σχετικό βιβλίο, που περιείχε  το καταστατικό με τα καπίτολα (άρθρα),   βάσει των οποίων ο ναός θα λειτουργούσε (εγγραφή και καθήκοντα αδελφών, πόροι, εφημέριοι, επίτροποι κ.λπ.). Ωστόσο, από το σύνολο των άρθρων ακυρώνει το άρθρο 4, το οποίο προέβλεπε την απαγόρευση εγγραφής νέων αδελφών, μετά τον θάνατό του ιδίου(6). Με την κατάργηση του άρθρου, όσοι επιθυμούσαν θα μπορούσαν να εγγραφούν στην αδελφότητα, με την προυπόθεση ότι θα κατέβαλαν «εκίνη τη ελεημοσίνι», δηλαδή το ποσόν το οποίο θα συνεφωνείτο μεταξύ αυτών και των επιτρόπων του ναού. Τούτο, προφανώς, προβλεπόταν για να υπάρχουν έσοδα αναγκαία για τη λειτουργία του ναού. Όπως θα διαπιστώσουμε, από  την καταγραφή των λειτουργικών βιβλίων, των ιερών σκευών, των αμφίων  των εφημερίων, προστιθεμένων των εξόδων διαβιώσεώς τους, μελλοντικών βελτιώσεων και συμπληρωματικών εργασιών και κατασκευών στον ναό, δαπανών για αγορά εκκλησιαστικών ειδών αναγκαίων για τις θρησκευτικές τελετουργίες, μη αναφερομένων στη διαθήκη (πολυελαίων, μανουαλίων κ.λπ.), μελλοντικής εικονογράφησής του  κ.λπ., τα έξοδα αυτά δεν θα ήταν ευκαταφρόνητα. 

Όμως, γιατί άραγε η εισφορά των πιστών, ώστε να γίνουν μέλη της αδελφότητας χαρακτηρίζεται ως ελεημοσύνη και όχι π.χ. ως δωρεά, όπως θα λέγαμε σήμερα; Η χρησιμοποίηση της λέξης έχει, κατά την άποψή μου, τη δική της σημειολογία. Όπως φαίνεται σε όλα τα κείμενα των διαθηκών, η σωτηρία της ψυχής εξασφαλίζεται τόσο με αγαθοεργίες, όσο και με δωρεές και αφιερώσεις σε ιερά καθιδρύματα. Στη συνείδηση, λοιπόν, των ανθρώπων της εποχής, η σημασία της λέξης δεν διαφοροποιείται, όταν αναφέρεται στη μία ή στην άλλη περίπτωση.

Στην εκκλησία ο Παρθένιος κληροδοτεί όλα του τα «ηερά» και τα «χαρτιά», δηλαδή τα άμφια και τα βιβλία του, εκτός από ένα φελόνι «ντοραγί» (χρυσού χρώματος, χρυσοκέντητο), το οποίο αφήνει στην εκκλησία του Παντοκράτορος(7). Τα βιβλία που καταγράφονται είναι τα Μηναία, το Ευχολόγιο, το Τριώδιο, το Πεντηκοστάριο, ο Νέος Παράδεισος και ο Παράδεισος, ο Θησαυρός και ο Νέος Θησαυρός, η Καλοκαιρινή, ένα Ευαγγέλιο ασημένιο και ένα σχιστό(;)(8) και  πέραν των βιβλίων, δύο ξύλινοι σταυροί, δύο θυμιατά ένα ασημένιο δισκοπότηρο, μια λαβίδα ασημένια, δύο δισκάρια και ένα ποτήρι (δισκοπότηρο;) από κασσίτερο (στάγκινα, ιταλικό stagno = κασσίτερος). Σε ό,τι αφορά τα άμφια καταγράφονται 8 φελόνια, τα περισσότερα από πολυτελή υφάσματα (καμπουχένια, λάστρα), κάποια χρυσοκέντητα (ντοραγί) ή κεντημένα με μετάξι, 5 στιχάρια, εκ των οποίων 3 λευκά και 2 χρυσοκέντητα, προφανώς επίσης από πολυτελή υφάσματα, αφού μόνον 1 φελόνι καταγράφεται απλώς ως πάνινο, προφανώς επειδή αποτελεί εξαίρεση. Ακόμα καταγράφονται 4 ζευγάρια επιμανίκια,  3 πετραχήλια, 3 ζώνες, 2 επιγονάτια, με 2 ζευγάρια επιμανίκια και  1 επιγονάτιο να χαρακτηρίζονται ως «ρακομόδα», δηλαδή επιδιορθωμένα ( ιταλ. raccomodare)(9). Πολύ ενδιαφέρουσα είναι η επόμενη καταγραφή, που αφορά  3 πορτιέρες, δηλαδή παραπετάσματα για τις θύρες του ναού από πολυτελή επίσης υφάσματα, καθώς οι δύο είναι  από κόκκινο ατλάζι και η άλλη, όπως χαρακτηρίζεται, μπελακόσα (bella cosa;)(10). Στο σημείο αυτό επαναλαμβάνεται  ότι και οι αφιερώσεις αυτές γίνονται για αιώνιο μνημόσυνο της ψυχής του Παρθενίου και η φράση επανέρχεται πολλές φορές στο κείμενο, κατά κάποιον τρόπο ως «μότο», πράγμα το οποίο έχει τη σημασία του που θα εξηγήσουμε στη συνέχεια. Από όλα όσα έχουν αναφερθεί, μπορούμε, κατά την άποψή μου, να καταλήξουμε στο συμπέρασμα ότι οι φιλοδοξίες  του Παρθενίου για την εν εξελίξει διαμόρφωση του ναού συνδέονταν με την Επτανησιακή αισθητική, η οποία σχετίζεται τόσο με την βυζαντινή παράδοση όσο και με την μακραίωνη επαφή με τη Δύση. Οι ευκτήριοι οίκοι έπρεπε να αποπνέουν μεγαλοπρέπεια και ιερό δέος.

Η επόμενη αφιέρωση είναι εξαιρετικά ενδιαφέρουσα, καθώς μας οδηγεί στην ανασύνθεση του «αστικού» περιβάλλοντος της εποχής. Κληροδοτεί  λοιπόν ο Παρθένιος στην εκκλησία τον κήπο «πού ίνε πλισίον τις με τις ελιές μικρές ρίζες δέκα και με όλα τα άλλα δέντρι(α) που εβρίσκοντε μέσα μέ το βάρος τού λιβέλου». Όπως φαίνεται, από την περιγραφή, το τοπίο της Αμαξικής, πρωτεύουσας του νησιού, δεν ήταν το σημερινό αστικό τοπίο, αφού εντός του οικισμένου χώρου παρεμβάλλονταν κήποι με λιοστάσια και οπωροφόρα δέντρα και, επομένως, εντός της πόλεως, συμπορεύονταν οι αστικές (εμπορικές, βιοτεχνικές ) με τις αγροτικές δραστηριότητες. Σε μια «αρχαική»,  θα μπορούσαμε να πούμε, κοινωνία και οικονομία, όπως η λευκαδίτικη  των αρχών του 18ου αιώνα, στην  οποία η αστική μετάβαση βρισκόταν εν εξελίξει, κάτι τέτοιο ήταν  πολύ φυσικό και υπάρχουν σχετικές μαρτυρίες περί αυτού και σε άλλα νοταριακά έγγραφα. Ας σημειώσουμε ότι το τοπίο αυτό παραπέμπει σε  ευρωπαικές πόλεις του Μεσαίωνα, αλλά και της προβιομηχανικής νεότερης Ευρώπης(11).

  Ένα άλλο σημείο το οποίο παρουσιάζει ενδιαφέρον και πρέπει να σχολιασθεί είναι η αναφορά ότι ο κήπος βαρύνεται με λιβέλλο. Το λιβέλλο ήταν κτήμα παραχωρούμενο, συνήθως στο διηνεκές, έναντι μικρής ετήσιας αποζημίωσης, κατώτερης πάντοτε από την τεκμαιρόμενη οικονομική απόδοση του παραχωρηθέντος κτήματος, οικοπέδου κ.λπ. Ο εκχωρητής, με τη διαδικασία αυτήν,  εκχωρούσε τη νομή και την κατοχή του κτήματος, ενώ ο αποδέκτης της παραχώρησης μπορούσε να το μεταβιβάσει σε άλλον, μη διαγραφομένου του δικαιώματος του αρχικού εκχωρητή στη συμφωνημένη ετήσια αποζημίωσή του, γεγονός το οποίο συνιστούσε τη διαρκή σχέση του με το παραχωρηθέν ακίνητο, σχέση οιονεί ψιλής κυριότητος(12). Ο κύριος εκχωρητής λιβέλλων ήταν η Ενετική Διοίκηση, όπως ασφαλώς συνέβη και εδώ. Σε ό,τι αφορά τις ελιές, πρέπει να σημειωθεί ότι από τα  πρώτα ήδη έτη της βενετικής κατάκτησης του νησιού παρατηρείται ή βραδεία αρχικά αλλά συνεχής επέκταση της ελαιοκαλλιέργειας, με την ενθάρρυνση της Διοίκησης, καθώς αυτή εξυπηρετούσε τα συμφέροντα της επικυριάρχου(13).

Στην εκκλησία αφήνει επίσης ο Παρθένιος το πατρικό του αμπέλι στο Λιθάρι με όλα τα δέντρα τα οποία υπήρχαν μέσα σε αυτό, καθώς δεν ήταν αυτονόητο ότι στην παραχώρηση κτήματος συμπεριλαμβάνονταν και όλα τα δέντρα εντός αυτού. Ήταν δυνατόν δηλαδή, σύμφωνα με το βενετικό Δίκαιο, να είναι κανείς  ιδιοκτήτης δέντρων ευρισκομένων εντός κτήματος ιδιοκτησίας άλλου. Τούτο οφειλόταν στο ότι, σε περιπτώσεις κατά τις οποίες παρεχωρείτο  από κάποιον σε καλλιεργητή ή καλλιεργητές κτήμα, με συμφωνία να το καλλιεργήσει, μετά τη λήξη της συνεκμετάλλευσής του ήταν σύνηθες να περιλαμβάνεται στη συμφωνία  η ρήτρα ότι, ενώ το κτήμα θα παρέμενε στην κατοχή του ιδιοκτήτη, τα δέντρα θα μοιράζονταν(14). Επιβιώσεις τέτοιων συμφωνιών υπάρχουν ακόμα και σήμερα στο νησί και αφορούν, από όσο γνωρίζω, ελιές.  Αξιοσημείωτη είναι η επανάληψη ότι η αφιέρωση του αμπελιού γίνεται «δια εόνιον μνιμόσινο της ψυχις μου», σύμφωνα με τη διατύπωση του εγγράφου. 

  Εκτός από το αμπέλι στο Λιθάρι στην ιδιοκτησία του ναού οριζόταν να μείνει και το αμπέλι «στου κουζουντελί», όπως ακριβώς καταγράφεται,( δεν γνωρίζω αν ο τόνος οφείλεται σε παρατονισμό, πράγμα σύνηθες στα  νοταριακά έγγραφα, ή αναφέρεται σε κάποιον  Ντελή). Το αμπέλι αυτό είχε αφιερώσει στον ναό ο ποτέ Γιακουμής  Τρικαλιώτης, μαζί με τις ελιές «που εκέντροσα και ανάστισα», όπως δηλώνει ο διαθέτης. Πρέπει εδώ να σημειώσουμε ότι ο Ιερομόναχος δεν ενεργεί ως νομεύς, αλλά ως ιδιοκτήτης του αμπελιού, πράγμα το οποίο στην  ουσία δεν αλλάζει κάτι, αφού, ούτως ή άλλως, το αμπέλι παραμένει στην ιδιοκτησία του ναού. Δύο παρατηρήσεις είναι αξιοσημείωτες στο σημείο αυτό: η πρώτη ότι ο Παρθένιος ήταν έμπειρος καλλιεργητής, αφού  γνώριζε αφενός την, κατά κάποιο τρόπο, εξειδικευμένη εργασία του κεντρώματος των άγριων δέντρων, πράγμα που απαιτούσε πρακτική ενασχόληση με την εργασία αυτήν, και αφετέρου  τις καλλιεργητικές μεθόδους για να αναπτυχθούν τα φυτά και η δεύτερη ότι το γνωστό τοπωνύμιο Κουζούντελη προέρχεται από πρόσωπο, άγνωστο τουλάχιστον σε εμέ, και, βέβαια,  πρόσωπο το οποίο θα είχε κτήματα στην περιοχή.  Η ενασχόληση του Παρθενίου με τις αγροτικές δραστηριότητες είναι ενδεικτικό στοιχείο τού ότι όχι μόνον οι κληρικοί της υπαίθρου του νησιού αλλά και εκείνοι της πόλεως, εκτός από τα ιερατικά τους καθήκοντα και το πνευματικό τους έργο, καλλιεργούσαν επίσης τη γη ή, τουλάχιστον, είχαν εμπειρία στις καλλιεργητικές μεθόδους(15).

Ένας άλλος αποδέκτης δωρεάς από τον Παρθένιο ήταν η εξαδέλφη του με το περίεργο όνομα Ζαρμπαφένια, χήρα του ποτέ Ιωάννη Ψωμά. Σε αυτήν αφήνει ως κληρονομία 3 ρίζες ελιές στο χωριό Φρύνι, με την παρατήρηση ότι μπορεί να τις δίνει ως προίκα στη θυγατέρα της. Οι 2 από αυτές βρίσκονταν μέσα στο αμπέλι της εκκλησίας των Αγίων Αποστόλων και η τρίτη έξω από  το σπίτι του Νικολού Βεροιώτη και, όπως φαίνεται, το φαινόμενο της ιδιοκτησίας δέντρων εντός κτήματος άλλου ιδιοκτήτη, όπως ήδη έχουμε αναφέρει, ήταν σύνηθες φαινόμενο της εποχής. Σχετικά με τις ελιές, πρέπει να σημειώσουμε ότι ακόμα και 3 ρίζες ήταν πολύ σημαντικό περιουσιακό στοιχείο, λόγω της περιορισμένης ακόμα ελαιοκαλλιέργειας και αφού, ακόμα και στην περιοχή της Αμαξικής,  όπου υπήρχαν τα περισσότερα ελαιόδενδρα, περίπου το 1/2 των οικογενειών δεν είχε καν κτηματική περιουσία και, σύμφωνα με Έκθεση του Έκτακτου (Ανώτερου) Προβλεπτή του νησιού Barbarigo Balbi προς τον Δόγη (1730), πολλοί κάτοικοι  ζούσαν από το ψάρεμα και τη ναυτιλία(16).  Στη Ζαρμπαφένια αφήνει ακόμα, μια τέντζερη με το καπάκι της, το στρώμα του, τα πουκάμισά του και μια κασέλα αλπεδένια ( από το  αλπέδο, που ήταν είδος ξύλου) παλιά. Μια άλλη κασέλα «κάρινη» (καρυδένια) την αφήνει  στην εκκλησία του, όπως και δύο καπάσες (πήλινα δοχεία αποθήκευσης λαδιού). Αφήνει, ακόμα στις θυγατέρες τής Μάρως, χήρας του ποτέ Γιώργου Γαζή, το ποσόν των 10 ριαλιών, μια μικρή τέντζερη, ένα τεψί και ένα τηγάνι. Κοινό στοιχείο και στις δύο αυτές δωρεές  είναι ότι οι αποδέκτες τους ήταν άτομα αναξιοπαθούντα (χήρες γυναίκες και ορφανά παιδιά) και αυτό έχει τη σημασία του. Πρέπει εδώ να σημειωθεί ότι, όπως φαίνεται από τα έπιπλα και τα σκεύη που κληροδοτεί ο Παρθένιος, ο στοιχειώδης οικιακός εξοπλισμός του ταπεινού κελιού στο οποίο ζούσε  υποδηλώνει και τη λιτότητα του βίου του και συνακόλουθα τις προτεραιότητες που είχε θέσει στη ζωή του, όπως θα φανεί και στη συνέχεια. 

Ως κληρονόμο του ορίζει κάποιον Νικολό Γραμματίκα, χωρίς να αναφέρεται ποιος ήταν, στον οποίο αφήνει μια βελέντζα, ένα πάπλωμα στάμπινο, ένα σεντόνι άσπρο, μια γάμπολη(;) και το χρηματικό ποσόν των 15 ριαλιών. Ενώ, όμως, στις διαθήκες οι κληρονόμοι ήταν, κατά κανόνα, και οι εκτελεστές  των τελευταίων θελήσεων των διαθετών, εδώ αυτό δεν συμβαίνει, καθώς ο Παρθένιος για την εκτέλεση της δικής του διαθήκης  ορίζει «κομισαρίους τεσταμενταρίους» (επιτρόπους για τα της διαθήκης) τον πρωτοπαπά Στάμο Σούντια, τον παπά Γεώργιο Ορφανό και τον Στέργιο του Δήμου και ο νοτάριος καταγράφει λεπτομερώς  τα καθήκοντα τα οποία τους ανατίθενται.

 Η πρώτη  υποχρέωση των επιτρόπων ήταν να διαθέσουν στην αγορά το κρασί και το ρακί του Ιερομονάχου, που προέρχονταν από την παραγωγή των  αμπελιών του στο Λιθάρι και τον Βάρδα.  Τα χρήματα από τις πωλήσεις αυτές θα διετίθεντο ως ακολούθως: ένα μέρος θα εδαπανάτο για να τελεσθούν τα μνημόσυνα για την ανάπαυση της ψυχής  του εντολέως τους. Εκτός από τα συνήθη μνημόσυνα, που θα ετελούντο, προφανώς, στον ναό της εκφοράς του, ο Παρθένιος δίνει εντολή στους επιτρόπους  να καταβάλουν  στους ναούς του Αγίου Σπυρίδωνος, του Αγίου Νικολάου, του Παντοκράτορος, του Αγίου Μηνά, της Ευαγγελιστρίας, του Γενεσίου της Θεοτόκου (Παναγίας των Ξένων), της Αγίας Παρασκευής, των Αγίων Αναργύρων και του Αγίου Δημητρίου της πόλεως από ένα σαρανταλείτουργο, δηλαδή τα χρήματα που προβλέπονταν για το σχετικό μνημόσυνο. Τα υπόλοιπα, αφαιρουμένης της αμοιβής των εκτελεστών της διαθήκης, που  θα ήταν  από 15 ριάλια για τον καθένα από τους τρεις, έπρεπε να δαπανηθούν σε αγαθοεργίες, δηλαδή να καταβληθούν τα 10 ριάλια στις θυγατέρες της χήρας Μάρως, τα 15 στον Γραμματίκα και, ακόμα, 10 ριάλια σε κάποια Αγγελική του Σουπιόνη, 15 ριάλια στην Κερασία θυγατέρα της Ζαρμπαφένιας, όταν θα παντρευόταν, 20 ριάλια στη χήρα Μάρω του Γαζή και άλλα 10 ριάλια στον Νικολό Γραμματίκα.

Οι επίτροποι είχαν επίσης την υποχρέωση να μεριμνήσουν για την ανακομιδή των οστών του Παρθενίου  3 ή 4 χρόνια μετά τον θάνατό του και να υλοποιήσουν την εντολή του, ώστε να ταφεί εντός του ναού της εκκλησίας του, μπροστά από την Ωραία Πύλη, τη «μεσινί» (μεσαία), όπως την ονομάζει. Στην περιγραφή τού μέρους της ταφής του υπάρχει, επίσης, αναφορά σε εικόνα του Χριστού, στη γνωστή της θέση, παραπλεύρως της Ωραίας Πύλης, γεγονός το οποίο φανερώνει, ότι, προ της κατασκευής του σημερινού τέμπλου, πρέπει να υπήρχε άλλο χώρισμα μεταξύ του κυρίως ναού και του Ιερού. 

Στη μέριμνά του να μην υπάρχει και η παραμικρή εκκρεμότητα, σχετικά με όσα, άμεσα ή έμμεσα είχε στην κατοχή ή στη δικαιοδοσία του ο Ιερομόναχος, ορίζει ότι, το κελί του στον ναό του Παντοκράτορος, το οποίο είχε στη δικαιοδοσία του, καθώς ο ίδιος το είχε κτίσει και διέμενε σε αυτό,  μεταβιβάζεται στη δικαιοδοσία του ναού αυτού. Τέλος, η αναφορά στο έγγραφο ότι αφήνει το «καδί» του (κάδος από ξύλο στο οποίο έπεφτε το κρασί από το πατητήρι), καθώς και τη μεγάλη βαρέλα του (βαρέλα ήταν το ξύλινο δοχείο ενός του οποίου αποθηκευόταν το κρασί) στην εκκλησία του, ενώ οι επίτροποι όφειλαν να πουλήσουν τα άλλα «άρναζα», ( ιταλ.arnese= εργαλείο, σύνεργο), δηλαδή τον υπόλοιπο εξοπλισμό του πατήματος των σταφυλιών, αποδεικνύει ότι, σε μια εποχή κατά την οποία οι καλλιέργειες απαιτούσαν μεγάλο κόπο και έξοδα και η αποθησαύριση χρημάτων δεν ήταν εύκολη, ακόμα  και το παραμικρό αντικείμενο είχε την αξία του. Πρόκειται για νοοτροπία που μπορούμε να ανιχνεύσουμε σε νοταριακά έγγραφα (διαθήκες, προικοσύμφωνα κ.λπ.), καθώς δεν αφορά μόνον τους φτωχούς κατοίκους της υπαίθρου αλλά και σχετικά ευκατάστατους ανθρώπους, όπως ο Ιερομόναχος Παρθένιος. Για τον λόγο αυτόν καταγράφει σχολαστικά και με λεπτομέρεια όλα τα αντικείμενα που είχε στην κυριότητά του, όπως  και τις 2 καπάσες (πήλινα δοχεία αποθήκευσης λαδιού) που βρίσκονταν στην εκκλησία, με την παρατήρηση ότι η μία ανήκε στον Γεώργιο Σπάτα και έπρεπε να του επιστραφεί, εκτός αν ο ιδιοκτήτης της επιθυμούσε να την αφήσει στη εκκλησία ως δωρεά.

Η επόμενη υποχρέωση με την οποία επιφορτίζει τους επιτρόπους του αλλά και τα μέλη της αδελφότητος του ναού ο Παρθένιος ήταν  να γράψουν το όνομά του, καθώς και τα ονόματα των γονέων, του αδελφού του και κάποιων άλλων, προφανώς οικείων του προσώπων, στην Αγία Πρόθεση, εντός του Ιερού, ώστε να μνημονεύονται αιωνίως («δια το εώνιον μνιμόσινον») σε κάθε ιερουργία από τους εκάστοτε εφημερίους του ναού και μάλιστα «εκφόνος και παρισία», δηλαδή εις επήκοον όλου του εκκλησιάσματος. Ορίζει να μπορούν, ακόμα, και τα μέλη της αδελφότητας του ναού να γράφουν τα ονόματά τους, καθώς και τα ονόματα των οικείων τους στην Πρόθεση, αλλά αυτά να μνημονεύονται «μιστικά». Πρέπει εδώ να σημειώσω ότι μία φράση του εγγράφου έχει ιδιαίτερη σημειολογική σημασία. Η φράση είναι η εξής: «να γράφουν το όνομα μου ις τιν πρόθεσι και με ιπόσχεσι τον ιερέον οπού προς κερού ηερουργούν ις τιν αυτίν εκλισίαν να μνιμονέβουν…». Ωστόσο, αν η εξασφάλιση της υπόσχεσης των τότε ιερουργούντων εφημερίων ήταν εφικτή, κάτι τέτοιο δεν θα ήταν δυνατό για όσους εφημερίους επρόκειτο να ιερουργήσουν στον απώτερο χρόνο. Η φράση, επομένως αποτυπώνει την πεποίθηση του Παρθενίου ότι το αιώνιο μνημόσυνο ήταν προυπόθεση της σωτηρίας της ψυχής του και  την ακοίμητη μέριμνά του γι’ αυτό και επομένως έπρεπε να εξασφαλισθεί, με κάποιο τρόπο μη κατονομαζόμενο, και η δέσμευση των μελλοντικών εφημερίων.

Η εκκαθάριση των οικονομικών εκκρεμοτήτων του Παρθενίου ήταν ακόμα μία υποχρέωση των εκτελεστών της διαθήκης του. Όπως φαίνεται από το κείμενο της διαθήκης, ο Παρθένιος είχε οικονομικές δοσοληψίες είτε ως δανειολήπτης είτε ως πάροχος δανείων. Ως δανειολήπτης είχε λάβει δάνειο, όταν έκτιζε την εκκλησία, από τον Βασίλη Θεριανό το ποσόν των 10 τζεκινιών.  Τούτο υποδηλώνει ότι  είχε αντιμετωπίσει  οικονομικές δυσκολίες κατά τη διάρκεια της ανέγερσης του ναού, οι οποίες όμως , όπως φαίνεται, δεν είχαν κάμψει την αποφασιστικότητα να φέρει εις πέρας το έργο του. Δηλώνει, λοιπόν, ότι από τα 10 αυτά τζεκίνια είχε επιστρέψει στον δανειστή του τα 8, ενώ για την εξόφληση των υπόλοιπων 2 τον είχε γράψει ως συναδελφό στην αδελφότητα του ναού. Έτσι, ο Θεριανός δεν ενομιμοποιείτο να ζητήσει πλέον τίποτε, αφού ο χρεοφειλέτης είχε εξοφλήσει το «σκρίτο» του.

Ως πάροχος δανείου, εξάλλου, ο Παρθένιος είχε χορηγήσει το ποσόν των 10 τζεκινιών στον Αναστάση Θεμελή και τη μάνα του. Πρέπει εδώ να σημειωθεί ότι ο δανεισμός χρημάτων, στη διάρκεια. της Βενετοκρατίας, γινόταν με γραπτή παραδοχή του δανειολήπτη, η οποία στα νοταριακά έγγραφα ονομαζόταν σκρίτο. Με τον τρόπο αυτόν κατοχυρωνόταν απόλυτα η θέση του δανειστή. Με βάση, επομένως, το χρεωστικό έγγραφο, οι επίτροποι έπρεπε να εισπράξουν  το ποσόν του χορηγηθέντος δανείου. Το ενδιαφέρον, ωστόσο, εδώ έγκειται στο ότι η εντολή του Παρθενίου ήταν  ότι τα χρήματα αυτά δεν θα εδίδοντο επιλεκτικά σε κάποια συγκεκριμένα, κατά το μάλλον ή ήττον, αναξιοπαθούντα πρόσωπα, αλλά θα έπρεπε να διανεμηθούν, αδιακρίτως, κατά την ημέρα του θανάτου του εντολέως τους, σε κάθε φτωχό και «αποκλεισμένο»  άνθρωπο «κάθε πτοχού αποκλισμένου δια όφελος της ψιχύσμου», σύμφωνα με την ακριβή διατύπωση στο έγγραφο. Ποιος όμως ήταν ο αριθμός των φτωχών, οι οποίοι, κατά τους υπολογισμούς του Παρθενίου θα ήταν δικαιούχοι του βοηθήματος; Στο ερώτημα αυτό μπορεί να δοθεί   απάντηση, αν υπολογίσουμε την ισοτιμία των νομισμάτων που αναφέρονται στο έγγραφο, σε συνδυασμό με το ποσό το οποίο θα εχορηγείτο σε κάθε δικαιούχο. Ένα τζεκίνι, λοιπόν,  το 1730, δηλαδή λίγους μήνες μετά τη σύνταξη της διαθήκης, είχε αγοραία αξία ακριβώς 33 λίρες, όπως προκύπτει από φορολογικό έγγραφο, αναφερόμενο σε πλειστηριασμό του φόρου της δεκάτης των σιτηρών του νησιού το έτος αυτό.(17). Το συνολικό διανεμητέο ποσόν ανερχόταν επομένως σε 330 λίρες (10χ 33). Μία γαζέττα, εξάλλου, αντιστοιχούσε σε 2 σολδία και επειδή η λίρα αντιστοιχούσε σε 20 σολδία, οι 10 γαζέττες  ήταν το ½ της λίρας(18). Επομένως, κάθε φτωχός θα ελάμβανε ως βοήθημα  μισή λίρα. Κατά συνέπεια, το συνολικό ποσό των 330 λιρών θα διανεμόταν σε  660 άτομα, αφού πρέπει να δεχθούμε ότι ο Παρθένιος, ορίζοντας το ποσόν κάθε δικαιούχου, θα εγνώριζε ασφαλώς, κατά προσέγγιση, τον αριθμό όσων θα το ελάμβαναν.  Με πληθυσμό, λοιπόν της πόλης περίπου 4.000 την εποχή αυτήν, το ποσοστό των φτωχών θα πρέπει να ανερχόταν σε περίπου 16, 5% επί του συνολικού πληθυσμού και η πληροφορία που αντλούμε από το έγγραφο είναι σημαντική, καθώς μας επιτρέπει να εκτιμήσουμε μία πλευρά της κοινωνικής πραγματικότητος της εποχής, στηριζόμενοι σε αδιαμφισβήτητο τεκμήριο. Το ποσοστό που έχει αναφερθεί,  δεν είναι υπερβολικό, αφού αντίστοιχα ποσοστά, με διακυμάνσεις βέβαια, καταγράφονται και σε πόλεις της Δ. Ευρώπης. Έτσι, γύρω στα 1600, στη Λουβαίν καταγράφεται ποσοστό φτωχών 18% επί του συνόλου του πληθυσμού, στην Αμβέρσα 12%, στο Αμβούργο 20%, στην Κρεμόνα 6% το 1550 αλλά 15% το 1610, στη Σιένα 11% το 1766 και στη Βενετία 14% το 1780(19).

Στη συνέχεια της διαθήκης, ο κτήτωρ του ναού δηλώνει ότι μέσα σε αυτόν υπήρχαν τέσσερα «κομάτια άγι(α) λίψανα» ένα του Αγίου Παντελεήμονος, ένα του Αγίου Τρύφωνος και ένα του Αγίου Παύλου του Νέου (τέταρτο δεν αναφέρεται), κατά την παράδοση, όπως αναφέρει. Τα λείψανα αυτά, όπως είναι ευνόητο, τα αφήνει στον ναό. Και επειδή ο Παρθένιος υπαγορεύει συνειρμικά, όπως φαίνεται, τις τελευταίες του θελήσεις, συμπληρώνει στο σημείο αυτό ότι αφήνει στον παπά Γιώργη Ορφανό και στον πρωτοπαπά Στάμο Σούντ(δ)ια από 1 βιβλίο με τίτλο «Ο Νόμος», στον παπά Χρήστο Μαρίνο, ένα Τετραβάγγελο, στον παπά Αθανάση Λούπη 5 ριάλια για την ψυχή του, καθώς και ένα βιβλίο γραμμένο με ερυθρά γράμματα, ενώ στον παπά Ευθύμιο Παπαδόπουλο ένα Τυπικό. 

Ωστόσο, η διαθήκη δεν τελειώνει εδώ. Όπως φαίνεται, ο διαθέτης είχε λάβει πρόνοια  ώστε να μην υπάρχει το παραμικρό κενό σε ό,τι αφορά τη διάθεση των περιουσιακών του στοιχείων. Επειδή, λοιπόν,  είχε, προφανώς, υπολογίσει ότι η περιουσία του σε μετρητά δεν θα εξαντλούνταν μετά την διάθεση των ποσών για τις αγαθοεργίες και τα μνημόσυνά του, που λεπτομερώς είχαν καταγραφεί, δίνει την εξής κατηγορηματική  εντολή στους εκτελεστές της διαθήκης  του: όσα χρήματα θα έμεναν έπρεπε να δοθούν σε «σπίτια  αποκλισμένα», δηλαδή σε φτωχούς και απόκληρους της κοινωνίας, για την ψυχή του,  χωρίς να κρατήσουν οι ίδιοι τίποτε. Με τη φράση «σπίτια αποκλισμένα» εννοεί, προφανώς, οικογένειες που δεν είχαν τη  δυνατότητα να καλύπτουν τις βιοτικές τους ανάγκες, όπως χήρες, ορφανά, ασθενείς, και βρίσκονταν επομένως στο περιθώριο της κοινωνικής και οικονομικής ζωής. Πόσο βάρος είχε στη συνείδηση του Παρθενίου η εκτέλεση της εντολής του αυτής αποδεικνύεται από τον τρόπο με τον οποίο επέλεξε να διασφαλίσει ότι αυτή δεν θα έμενε γράμμα κενό. Θα μπορούσε, ίσως, με κάποιο τρόπο, να ορίσει ως εγγυητή την ανθρώπινη δικαιοσύνη. Όμως, η, ούτως ειπείν, «ρήτρα» με την οποία δεσμεύει τους επιτρόπους του, αφορά όχι τη δικαιοσύνη των ανθρώπων, αλλά την υπέρτατη δικαιοσύνη, τη δικαιοσύνη του Θεού από την οποία κανείς δεν θα μπορούσε να διαφύγει. Το κείμενο της διαθήκης είναι εύγλωττο: σε περίπτωση που οι επίτροποι δεν θα συμμορφώνονταν και δεν θα εκτελούσαν την εντολή του Παρθενίου θα του έδιναν «απόκρισι εν  ημέρα κρίσεος έμπροστεν του φοβερού Κριτή», δηλαδή κατά την Δευτέρα Παρουσία. Είναι χαρακτηριστικό ότι στο κείμενο της διαθήκης για πρώτη φορά ο νοτάριος χρησιμοποιεί κεφαλαίο ψηφίο: ο Θεός δεν είναι ο κριτής αλλά ο Κριτής, ο οποίος εποπτεύει τα ανθρώπινα και αποδίδει δικαιοσύνη, κατά τα έργα των ανθρώπων! Πόσο η αντίληψη και η εδραία αυτή πίστη διαπερνά κάθετα όλα τα στρώματα της κοινωνίας φαίνεται από το γεγονός ότι σε πολλές διαθήκες, τόσο αφανών όσο και επιφανών μελών της, όταν οι διαθέτες επιθυμούν να δεσμεύσουν τους εκτελεστές των διαθηκών τους τούς θέτουν ενώπιον της Θείας δικαιοσύνης κατά την ημέρα της Κρίσεως. Και οι εκτελεστές δεν διανοούνται καν  να παραβούν τις εντολές αυτές, όπως αποδεικνύεται από σχετικά νοταριακά έγγραφα.

  Έτσι, στα 1743 ένας από τους πλουσιότερους ανθρώπους στο νησί, ο Ζήσιμος Σκιαδαρέσης, δεσμεύει με αυτόν τον τρόπο τους δύο γιους του, τον Ιερομόναχο Χρύσανθο και τον Αντώνη να διαθέσουν ανά 2 χρυσά τζεκίνια σε συνολικά 49 ναούς και μονές του νησιού, υπό τον όρο να γράψουν τα ονόματα του ιδίου και του πατέρα του στην Πρόθεση, ώστε να μνημονεύονται αιωνίως. Επιπροσθέτως, υποβάλλει την παράκληση στους επιτρόπους 5 συναδελφικών ναών της πόλεως να επιλέξουν ανά 4 ορφανά κορίτσια και να τα προικοδοτήσουν με 10 χρυσά τζεκίνια το καθένα, τα οποία θα ελάμβαναν από τους γιους του, τους οποίους δεσμεύει με δύο «ρήτρες»,  ώστε να τηρήσουν τις εντολές του: η πρώτη να μπορούν οι ορφανές και οι επίτροποι και εφημέριοι των ναών να προσφύγουν στη Δικαιοσύνη και η δεύτερη ότι θα του έδιναν λόγο «εν ημέρα Κρίσεως», αν γίνονταν επιλήσμονες των εντολών του. Οι δύο γιοι του Σκιαδαρέση εξετέλεσαν επακριβώς τις εντολές του πατέρα τους, όπως ρητά καταγράφεται σε νοταριακό έγγραφο του 1754(20). Στη συνείδηση των ανθρώπων της εποχής, το μεγάλο υλικό διακύβευμα ήταν μηδαμινό μπροστά στον φόβο της Θείας τιμωρίας. 

Αυτή η πίστη των ανθρώπων που διατρέχει, όπως ήδη έχουμε αναφέρει, ολόκληρο το κοινωνικό σώμα τεκμαίρεται τόσο από το ότι αποτυπώνεται σε πολλές διαθήκες της εποχής, όσο και από ένα άλλο τεκμήριο. Σε περιπτώσεις δηλαδή που σε διαφορές που αναφύονταν και διαιτησίες για συμβιβαστικές λύσεις κ.λπ., όταν δεν υπήρχαν τεκμήρια βάσει των οποίων θα λαμβάνονταν οι αποφάσεις, οι  διαμεσολαβητές-διαιτητές που ορίζονταν από τα μέρη, με εκ των προτέρων συμφωνία να γίνουν αποδεκτές οι όποιες αποφάσεις αυτοί θα ελάμβαναν, εχρησιμοποιείτο ο λεγόμενος «εικονικός όρκος». Εκαλείτο δηλαδή ένας από τους διαδίκους να ορκισθεί μπροστά σε εικόνα της Παναγίας, ώστε να βεβαιώσει ενόρκως τους ισχυρισμούς του και ο όρκος αυτός αποτελούσε αμάχητο τεκμήριο, αποδεκτό χωρίς επιφυλάξεις από τους κριτές- διαιτητές.  Όπως φαίνεται από νοταριακό έγγραφο του 1721, που αφορούσε τη διανομή της περιουσίας του εμποροκαπετάνιου  Ζάχου Τσαρλαμπά μεταξύ των 3 γιών του, τού Ρίζου, τού Νικολού και τού Αλεξαντρή, οι κριτές που είχαν ορισθεί από αυτούς ζήτησαν «εικονικό όρκο» και από τους τρεις, ώστε η διανομή να γίνει, λαμβανομένων υπόψη των όσων ήδη είχε λάβει ο καθένας από τον πατέρα τους προ του θανάτου του.  Οι όρκοι αυτοί δεν αμφισβητήθηκαν από κανένα και με βάση αυτούς έγινε ή διανομή(21). 

Κατά την άποψή μου και σύμφωνα με την κοινή λογική, η ακλόνητη αυτή πίστη στη Θεία δικαιοσύνη σε μια εποχή σκληρή, που η κοινωνία δοκιμαζόταν από φτώχεια, ασθένειες, λιμούς, φυσικές καταστροφές κ.λπ., υπήρξε ο κύριος συντελεστής που όχι μόνο συντελούσε στην εξημέρωση των ηθών, αλλά και στην ενίσχυση της κοινωνικής συνοχής,  αφού οδηγούσε ανθρώπους και δη πλούσιους σε πράξεις φιλαλληλίας και χριστιανικής μεγαθυμίας, που, πολλές φορές ξεπερνούσαν ακόμα και κοινωνικές προκαταλήψεις, όπως η πράξη του προμνησθέντος Ζήσιμου Σκιαδαρέση, ο οποίος είχε δώσει εντολή ότι, αν δεν βρίσκονταν οι 20 ορφανές, ώστε να τις προικοδοτήσει, το ποσό έπρεπε να διατεθεί ακόμα και σε «αμαρτωλές»!. 

Και η περίπτωση του Σκιαδαρέση δεν ήταν το μοναδικό παράδειγμα χριστιανικής φιλαλληλίας εκφραζόμενης με γενναιόφρονες προσφορές προς τον πάσχοντα συνάνθρωπο. Ενδεικτικά, στη διαθήκη της(22) η Κερκυραία Μαρία Καλλονά, σύζυγος του Τζανέτου Δετζώρτζη, ενός από τους μεγαλοιδιοκτήτες γης στη Λευκάδα,  πλούσια και η ίδια, αφήνει στον σύζυγό της μόνον τα μετρητά της προίκας της, με τον όρο  αυτός να φροντίσει για την τέλεση των μνημοσύνων της και την εκπλήρωση των ταμάτων της, αλλά και να μοιράσει σε φτωχούς, ορφανά και εκκλησίες τον ρουχισμό, τα κοσμήματα και γενικώς την κινητή περιουσία της. Επειδή δε είχε περιουσία και στον γενέθλιο τόπο της, την Κέρκυρα, αφήνει στον αδελφό της ένα κατάστημα και την εντολή να μοιράσει σε φτωχούς τον ρουχισμό και τα κοσμήματά της, που είχε φυλαγμένα εκεί.      Είναι χαρακτηριστικό ότι, αν οι εντολοδόχοι της δεν εκπλήρωναν τις εντολές της, υπήρχε και εδώ η «ρήτρα» ότι θα της έδιναν λόγο «εν ημέρα Κρίσεως». 

Το κείμενο της διαθήκης του Παρθενίου τελειώνει με τον τυπικό τρόπο που τελειώνουν τα κείμενα όλων των διαθηκών, δηλαδή ότι κόβεται (ακυρώνεται) κάθε προηγούμενη διαθήκη νοταριακή ή ιδιωτική και ακολουθούν οι υπογραφές του Παρθενίου και των μαρτύρων ως εξής (με την ορθογραφία του εγγράφου):

παρθένιος ιερομόναχος ό σίκουλας βεβαιόνο

σπύρος δουκατάς μαρτυρώ ος άνωθεν

στεφανίς φθίμιος (Ευθύμιος) μαρτιρό

αντόνις σπηλιότις μαρτιρό

Ακολουθεί ακόμα μία παράγραφος  στην οποία  ο διαθέτης δηλώνει ότι αφήνει στη θυγατέρα του ποτέ Γαζή δύο ρίζες ελιές, τη μία στα Κεντρώματα στη Φανερωμένη και την άλλη στο πηγάδι του Καμνάτου και ακόμα 10 ριάλια.

Ο Παρθένιος Σίκουλας ανήκε στην τελευταία γενιά των προπατόρων μας που έζησαν τη νεανική τους ζωή κάτω από την τουρκική δεσποτεία, αφού η διαθήκη του απέχει από την απελευθέρωση του νησιού μας μόλις 43 χρόνια και, συνεπώς, κατά τη σύνταξή της, όπως είναι λογικό, θα ήταν μεγαλύτερος από την ηλικία των 43 ετών. Επομένως, θα είχε ζήσει τα τελευταία χρόνια της δουλείας και, σε κάθε περίπτωση, θα είχε ακούσει από τους παλαιότερους για τα δεινά της. Μέσα λοιπόν σε αυτό το κλίμα και την ατμόσφαιρα της στέρησης όχι μόνον της πολιτικής αλλά και της θρησκευτικής ελευθερίας και της οικονομικής καταπίεσης, θα είχε διαμορφωθεί ο χαρακτήρας του, και οι αντιλήψεις του, όπως και όλων των συγκαιρινών του. Ίσως μάλιστα  να είχε συμμετάσχει στις πανηγυρικές δοξολογίες για την απελευθέρωση του νησιού που είχαν γίνει σε όλους τους ναούς (23).  Πρέπει να θεωρήσουμε βέβαιο ότι ο συνεκτικός δεσμός των υπό τον ζυγόν της δουλείας ζώντων  προπατόρων μας ήταν η συσπείρωσή τους γύρω από την Ορθόδοξη Εκκλησία. Τούτο μαρτυρεί πληθώρα ντοκουμέντων, με πρώτο την πανηγυρική ατμόσφαιρα  και την πάνδημη συμμετοχή  του πληθυσμού στις δοξολογίες, οι οποίες τελέστηκαν αμέσως μετά την απελευθέρωση του νησιού. Έπειτα, την ανέγερση όλων σχεδόν των ναών της πόλεως, προοδευτικά,  σε διάστημα λίγων δεκαετιών μετά την απελευθέρωσή του (24). Είναι χαρακτηριστικό μάλιστα ότι η ανέγερση των ναών αυτών δεν οφείλεται αποκλειστικά στον θρησκευτικό ζήλο μεμονωμένων ατόμων, αλλά συνετελέσθη, στις περισσότερες περιπτώσεις, με τη συμμετοχή ευρύτερων ομάδων πληθυσμού που είχαν την οικονομική δυνατότητα προς τούτο. Από τα σχετικά ντοκουμέντα γνωρίζουμε ότι οι σημαντικότεροι ναοί ήταν συναδελφικοί, ανεγέρθηκαν δηλαδή από αδελφότητες τα μέλη των οποίων, λειτουργώντας αλληλεγγύως, είχαν αναλάβει το βάρος των εξόδων ανέγερσης, λειτουργίας και βελτίωσής τους. Η μαζική συμμετοχή, επομένως, ανερχόμενη σε εκατοντάδες(25), όσων είχαν τη δυνατότητα στο θεάρεστο αυτό έργο, αποτυπώνει τον θρησκευτικό ζήλο και εκφράζει ολόκληρο το κοινωνικό σώμα, όπως φαίνεται από την αλληλογραφία των κτητόρων των ναών με τις βενετικές αρχές(26). Η τουρκική καταπίεση, μάλιστα, και η παρεμπόδιση των υποδούλων στην ελεύθερη άσκηση των θρησκευτικών τους καθηκόντων   ενέτεινε τον ζήλο αυτόν και ήταν, συνεπώς, πολύ φυσικό, μετά την απελευθέρωση, οι κάτοικοι του νησιού να επιθυμούν να προβάλλουν την ελληνορθόδοξη ταυτότητά τους, επιτελώντας ακωλύτως τα θρησκευτικά τους καθήκοντα, πράγμα δυσχερές και ζητούμενο, κατά τη διάρκεια της Οθωμανικής κυριαρχίας(27).

Από τη διαθήκη του Παρθενίου Σίκουλα,  όπως και από όλες τις διαθήκες της εποχής αλλά και γενικότερα από τα νοταριακά έγγραφα, μπορούμε να μελετήσουμε, βασιζόμενοι σε αδιαμφισβήτητα τεκμήρια, όψεις της ζωής και της κοινωνίας της. Ωστόσο, σε ό,τι αφορά τις διαθήκες, πίσω από την ποικιλομορφία του “status” των ανθρώπων, πνευματικού, κοινωνικού, οικονομικού κ.λπ., των οποίων καταγράφονται οι τελευταίες θελήσεις, μπορούμε να παρατηρήσουμε ένα κοινό στοιχείο: πρόκειται για τον τρόπο  με τον οποίο αντιμετωπίζουν την προοπτική του θανάτου και που είναι ταυτόσημος σε όλους. Η έγνοια τους, εστιάζεται στη μετά θάνατον ζωή και τη σωτηρία της ψυχής τους. Όλοι έχουν συνείδηση της αμαρτωλότητάς τους και επιδιώκουν, πριν εγκαταλείψουν τα γήινα να την αποκαθάρουν από τις αμαρτίες. Αλλά ποιες είναι οι προυποθέσεις  για τη σωτηρία της; Για το ζήτημα δεν έχουν καμία αμφιβολία ή σκεπτικισμό. Η πρώτη προυπόθεση είναι η μετάνοια.   Για τον λόγο αυτόν, σε όλες τις διαθήκες, όταν ο καθένας  έρχεται ενώπιος ενωπίω με το πεπρωμένο του θανάτου, η μετάνοια εκφράζεται με την παροχή συγγνώμης σε όλους τους ορθόδοξους χριστιανούς. Η δεύτερη προυπόθεση είναι οι αγαθοεργίες. Αλλά αυτές αφορούν όσους έχουν τη την οικονομική δυνατότητα προς τούτο και στο μέτρο που την  έχουν, όπως ο Παρθένιος, και που μπορούν να διαθέσουν μέρος της περιουσίας τους, για να βοηθήσουν  φτωχούς, ορφανά, ευαγή ιδρύματα και γενικά ανθρώπους αναξιοπαθούντες. Αλλά στη συνείδηση των ανθρώπων της εποχής, η σωτηρία της ψυχής είναι αδιανόητη, αν δεν γίνουν «τα καλά της ψυχής» του θανόντος, δηλαδή η κηδεία, τα μνημόσυνα και οι σχετικές θρησκευτικές τελετουργίες, σύμφωνα με την παράδοση. Και είναι τόσο ισχυρή η πεποίθηση αυτή, ώστε να διαθέτουν μέρος των αγαθών τους για τον σκοπό αυτόν. Από την πλευρά τους, οι εκτελεστές των διαθηκών δεν διανοούνται να αγνοήσουν και να παραβούν, κινούμενοι από ιδιοτέλεια, τις θελήσεις των εντολέων τους, κάτω από την απειλή της λογοδοσίας τους «εν ημέρα Κρίσεως» και τον φόβο της αναπότρεπτης Θείας τιμωρίας.

Από άλλη άποψη, ο Παρθένιος, όπως και οι άλλοι κτήτορες και μέλη των θρησκευτικών αδελφοτήτων, συνέβαλαν με την ανέγερση των ναών της πόλεως στη διαμόρφωση της πολιτιστικής ταυτότητας του νησιού μας. Κύρια στοιχεία και πυλώνες της ταυτότητας αυτής είναι, εκτός από τη λαμπρή ποιητική παράδοση και γενικότερα τη λευκαδίτικη διανόηση αλλά και τον λαικό πολιτισμό, η εκκλησιαστική Τέχνη, με κορωνίδα τη λαμπρή  ζωγραφική διακόσμηση των ναών με κορυφαία έργα επιφανών εκπροσώπων της Επτανησιακής Σχολής, όπως και τα αριστουργηματικά τους τέμπλα, αλλά και τα αρχιτεκτονικά τους  στοιχεία (κωδωνοστάσια, υπέρθυρα) λαικών τεχνιτών που εκφράζουν μια καλαισθητική παράδοση αιώνων.

                                            ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

  1. Κ. Μαχαιράς, Ναοί και Μοναί Λευκάδος, Αθήναι, 1957, σ.133
  2.  Νοσοκομεία υπήρχαν στις πόλεις της Δ. Ευρώπης, ήδη από τον Μεσαίωνα. Ήταν μικρά ιδιωτικά ιδρύματα για λεπρούς, αναπήρους, ηλικιωμένους, απόρους κ.λπ. Από την αυγή της Νεότερης Ευρώπης (15ος αιώνας), πρώτα στις ιταλικές και ακολούθως και σε άλλες ευρωπαικές πόλεις άρχισαν να δημιουργούνται από τις αστικές αρχές Γενικά Νοσοκομεία, στα οποία εκπαιδεύονταν οι γιατροί. Ωστόσο, μέχρι τις αρχές του 20ού αιώνα, μόνον οι φτωχοί πήγαιναν στα Νοσοκομεία. Βλ. Merry E.Wisner- Hanks, Πρώιμη Νεότερη Ευρώπη, Ξιφαράς, 2008, σ. 311-312
  3. Στις αρχές του 1753 Αρβανίτες είχαν αιχμαλωτίσει στην περιοχή του Αμβρακικού τους Λευκαδίτες ναυτικούς και εμπόρους Παύλο Λεκατσά, Βασίλη Βαντώρο, Στάθη Σφαέλλο και Γιάννη Καρίνταβα. Για να τους απελευθερώσουν απαίτησαν 30 τζεκίνια για τον καθένα. Βλ. Άγγελος Γ. Χόρτης, Μελετώντας κάποιες διαθήκες της Βενετοκρατίας στη Λευκάδα, Άρωμα Λευκάδας, 5 Σεπτεμβρίου 2022 και Άγγελος Γ. Χόρτης, Συμβολή στην Οικονομική Ιστορία της Λευκάδας (1684-1774), διδακτορική διατριβή, έκδοση εκτός εμπορίου, σ. 171-174.
  4.  Στη Βενετία το Ospedale della pieta (της ευσέβειας) φρόντιζε   1300 έκθετα παιδιά και στη Φλωρεντία το  Ospedale degli innocenti (των αθώων) 1200 κ.λπ. Βλ. Carlo M. Cipola, H  Ευρώπη πρίν από τη Βιομηχανική Επανάσταση Κοινωνία και Οικονομία 1000-1700 μ.Χ., Θεμέλιο, 1988 σ. 97-98, όπου και πίνακες για έκθετα στη Βενετία και το Μιλάνο.
  5. Βενετικό ασημένιο νόμισμα, που αντιστοιχούσε σε 10 βενετικές λίρες. Β. Π.Γ.Ροντογιάννης, Ιστορία της Νήσου Λευκάδος, Αθήνα 1988, σ. 643
  6. Κ. Μαχαιράς, όπ. π. σ. 134. Το συνταχθέν από τον Παρθένιο καταστατικό είχε προσωποκεντρικό χαρακτήρα, δηλαδή τις αποφάσεις ελάμβανε ο ίδιος.
  7.  Κ. Μαχαιράς, όπ. π., σ. 107-108. Ο ναός του Παντοκράτορος ήταν συναδελφικός και σε αυτόν ήταν εφημέριος ο Παρθένιος.
  8. Τα λειτουργικά (Μηναία, Τριώδιο, Ευχολόγιο, Πεντηκοστάριο, Τυπικό), καθώς και τα Αγιολογικά κ.λπ.  θρησκευτικά βιβλία (Παράδεισος και Νέος Παράδεισος, Καλοκαιρινή, Θησαυρός και Νέος Θησαυρός) τυπώνονταν στη Βενετία στα τυπογραφεία των Γιαννωτών τυπογράφων και εκδοτών Γλυκύδων και Σάρου.
  9. Πρβλ. και Κ. Μαχαιράς, όπ. π., σ.137-138 όπου στο άρθρο14 του καταστατικού του ναού καταγράφονται επίσης τα άμφια.
  10. Οι πορτιέρες δεν αναγράφονται στο καταστατικό, άρα πρέπει να είχαν τοποθετηθεί μετά το 1721, απόδειξη ότι ο ευπρεπισμός και οι βελτιώσεις στον ναό ήταν συνεχείς. Τα υφάσματα, μεταξωτά κάθε είδους, χρυσοκέντητα ή ασημοκέντητα, βελούδα, , ασημοκλωστές, χρυσοκλωστές κ.λπ. εισάγονταν από τη Βενετία. Βλ. Άγγελος Γ. Χόρτης, όπ. π., σ. 205
  11. Το τοπίο παραπέμπει σε μεσαιωνικές πόλεις της Δύσης, όπου στον ύστερο Μεσαίωνα και την προβιομηχανική Ευρώπη, ακόμα και σε ανεπτυγμένες πόλεις, όπως η Φραγκφούρτη και η Νυρεμβέργη, οι τεχνίτες συμπλήρωναν το εισόδημά τους, καλλιεργώντας κήπους στις οικιστικές ζώνες εντός των τειχών, ενώ στις αυλές τους έτρεφαν ζώα (πουλερικά, χοίρους, κατσίκες). Βλ. P. Boucheron- D. Menjot, La ville medieval, Seuil, 2003, σ. 216-219.
  12.  Άγγελος Γ.Χόρτης, Συμβολή στην Οικονομική Ιστορία της Λευκάδας (1684-1774), σ. 24-25
  13.  Άγγελος Γ. Χόρτης, όπ. π. σ. 59-67
  14.  Άγγελος Γ. Χόρτης, όπ. π, σ. 25
  15.  Σε πληθώρα  εγγράφων καταγράφονται τα ονόματα ιερέων οι οποίοι καλλιεργούσαν όχι μόνον τα κτήματά τους, αλλά και συνήπταν συμφωνίες, ωστε να καλλιεργούν κτήματα μονών ή μεγαλοιδιοκτητών. Ενδεικτικά, αναφέρω τα ονόματα των παπά Θοδωρή Κατωπόδη, παπά Κωνσταντή Κτενά, παπά Αποστόλη Σταύρακα (ομωνύμου και πιθανόν προγόνου του μεγάλου αγωνιστή του 1821 Απόστολου Σταύρακα που έπεσε στη Μολδοβλαχία) από την Καρυά, παπά Σταμάτη Μανωλίτση από τον Αλέξανδρο, παπά Ζαφείρη Ασπρογέρακα και παπά Δημητρη Λάζαρη από τους Σφακιώτες. Βλ. Άγγελος Γ. Χόρτης όπ.π., σ. 34,35,37.
  16.  Άγγελος Γ.Χόρτης, όπ. π., σ.44
  17. Άγγελος Γ. Χόρτης, όπ. π., σ.95
  18.  Π.Γ. Ροντογιάννης, όπ. π., σ.641-643
  19.  Carlo M. Cipola, όπ. π., σ.32
  20.  Άγγελος Γ. Χόρτης, Μελετώντας κάποιες διαθήκες της Βενετοκρατίας στη Λευκάδα, Άρωμα Λευκάδας, 5  Σεπτεμβρίου 2022.
  21.  Άγγελος Γ. Χόρτης, Γύρω από την κοινωνική και οικονομική κατάσταση της Λευκάδας στις αρχές της Βενετοκρατίας, Ηχώ της Λευκάδος
  22.  Άγγελος Γ. Χόρτης, Μελετώντας κάποιες διαθήκες…, όπ. π.
  23.  Άγγελος Γ. Χόρτης, Από την Οθωμανική κατάκτηση στην Επανάσταση του 1821: η περίπτωση της Λευκάδας, Άρωμα Λευκάδας, 4 Αυγούστου 2022. 
  24. Κ. Μαχαιράς, όπ. π. σ. 82-176.
  25. Είναι χαρακτηριστικό ότι σε νοταριακή πράξη του 1708, σε συνέλευση της αδελφότητος του ναού των Αγίων Μηνά, Βίκτωρος και Βικεντίου καταγράφονται 63 αδελφοί, ενώ μένει «ανοιχτό» το σχετικό βιβλίο, ώστε να καταγραφούν και άλλοι. Βλ. Άγγελος Γ. Χόρτης, Δύο συναδελφικοί ναοί στη Λευκάδα στις αρχές της Βενετοκρατίας,  Τα Χορτάτα, φ.32. Εξάλλου, στον ναό της Παναγίας των Εισοδίων μέχρι το 1794 ήταν εγγεγραμμένοι 265 αδελφοί. Βλ. Κ. Μαχαιράς, όπ. π., σ. 138
  26.   Το 1686 στην αίτηση κατοίκων της Αμαξικής, εκπροσωπούντων και άλλους συμπολίτες τους, προς τις βενετικές αρχές για την ανέγερση του ναού του Αγίου Νικολάου αναφέρονται τα εξής: «Η  Θεία Πρόνοια ηυδόκησε να θέσει τέρμα εις τα δεινά των υπό της τουρκικής βαρβαρότητος καταπιεζομένων ατυχών Ελλήνων της Λευκάδος… Επειδή ούτοι οφείλουν να καταδείξουν εις τον Ουρανόν και εις την Γην τα αισθήματα της απείρου ευγνωμοσύνης των, δεν θα ηδύναντο κάλλιον να εξωτερικεύσουν ταύτα, ει μη μόνον δια της προς τον Ύψιστον και τους Αγίους του λατρείας. Όθεν ημείς (ακολουθούν τα ονόματα) έχοντες ερριζωμένον εν ταις καρδίαις μας τον ζωηρότατον πόθον, όπως ανταποκριθώμεν εις την ανωτέρω υποχρέωσιν, απεφασίσαμεν να ανεγείρωμεν  ναόν επ’ ονόματι του Αγίου Νικολάου…». Βλ. Κ. Μαχαιράς, όπ. π. σ. 93.
  27.  Το έτος 1696, ο τότε Αρχιεπίσκοπος Λευκάδος Άνθιμος Μαρίνος, σε αίτησή του προς τον Γενικό Προβλεπτή Θαλάσσης Αντώνιο Μολίν, να του παραχωρηθεί ο ναός της Ευαγγελιστρίας και η γύρω από αυτόν περιοχή, ώστε να υπάρχει Καθεδρικός ναός και μητροπολιτική έδρα, αναφέρει ότι επί Τουρκοκρατίας  απαγορευόταν στους κατοίκους η ενάσκηση των θρησκευτικών τους  καθηκόντων. Μερικές φορές επιτρεπόταν μεν η ανέγερση κάποιου ξύλινου ναίσκου, τον οποίον όμως στη συνέχεια οι ίδιοι  οι Τούρκοι πυρπολούσαν!  Η ενίοτε στοιχειώδης αυτή ανοχή των κατακτητών, δηλαδή η άδεια ανέγερσης ξύλινου και όχι πέτρινου  ναίσκου και όχι ναού και η εν συνεχεία πυρπόλησή του, σήμαινε αναμφισβήτητα την έμπρακτη απαγόρευση της χριστιανικής λατρείας. Ήταν, επομένως, φυσικό οι κάτοικοι και ιδιαίτερα ο κλήρος να ζουν  σε ένα καθεστώς διαρκούς φόβου, ανασφάλειας και απειλής.

*Ο Άγγελος Γ. Χόρτης είναι διδάκτωρ Ιστορίας της Φιλοσοφικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών, πτυχιούχος των τμημάτων Ιστορικού- Αρχαιολογικού και Βυζαντινού Νεοελληνικού της ίδιας Σχολής, πτυχιούχος του Διδασκαλείου Μέσης Εκπαιδεύσεως και Επίτιμος Σχολικός Σύμβουλος Φιλολόγων. Έχει διδάξει επί σειρά ετών σε σχολές επιμόρφωσης Φιλολόγων
(ΣΕΛΜΕ, ΠΕΚ) στην Πάτρα και στην Αθήνα και έχει συμμετάσχει, με ανακοινώσεις του, σε ελληνικά και διεθνή επιστημονικά συνέδρια. Ειναι συγγραφέας συλλογικών βιβλίων Ιστορίας, ενώ άρθρα του έχουν δημοσιευθεί σε εφημερίδες της Λευκάδας.

Φώτο  Ρεπορτάζ   Διονύσιος  Κούρτης 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου