Η Διοίκηση,οι Δημοσιογράφοι,οι Ρεπόρτερς και όλοι οι Εργαζόμενοι στο blog leflaslive σας εύχονται Κάλο και Δημιουργικό Μήνα με Υγεία, Αγάπη και Ευτυχία.
LeflasLive Team


| Αβανιά = βλάβη, συκοφαντία Αβάντα = βοήθεια, στήριγμα Αβαντσάρω = έχω να λάβω από κάποιον, μου χρωστάνε Αβαράρω = απωθώ το πλεούμενο Αβάρετος = ακούραστος Αβαρία = ζημιά Αβασκαίνω = ματιάζω Αβασκαντήρα = μικρό χρωματιστό κοχύλι αποτρεπτικό του ματιάσματος Αβγατίζω = αυξάνω Αβγοκόβω = ρίχνω στη σούπα ή άλλο φαγητό μείγμα αυγού ή λεμονιού Αβέρτο = ελεύθερο, ανοιχτό Βαβά = γιαγιά Βαγένι = βαρέλι κρασιού Βαζούρα = λιποθυμία Βαΐζω = λυγίζω, γέρνω Βαντάκα = στίβα ρούχων Βαντιέρα = δίσκος σπιτικός για σερβίρισμα αλλά και για άλλες χρήσεις Βαρυγομάω = αγανακτώ, δυσφορώ Βελέντζα = μάλλινο κλινοσκέπασμα Βεντερούγα = κύρτωμα της σπονδυλικής στήλης Βεράγκι = σπίτι ανοιχτό και αφύλαχτο Βολά = φορά Βολεί = χωράει, επιτρέπεται Βουρλίζω = αγανακτώ κάποιον Γαδίνι = σουπιέρα Γαλουρίζω = χαριεντίζομαι με βρέφος Γάνα = μουντζούρα Γαρδέλι = καρδερίνα Γαρμπής = νοτιοδυτικός άνεμος Γατσούλι = γατάκι Γεννητσούρια = γέννηση Γεροκομάω = περιποιούμαι κάποιον στα γεράματά του Γήπατα = ψυχικό θάρρος Γίκος = σύλοχο χοντρόρουχων διπλωμένα με τάξη πάνω σε κασέλλα Γιόμα = μεσημέρι Γκαστρολογιέμαι = νομίζω ότι είμαι έγκυος Γκέστα = καμώματα, νάζια Γνούφα = ημέρα ομιχλώδης και υγρή Γούπατο = περιοχή που βρίσκεται σε χαμηλότερο επίπεδο από τις γειτονικές Γουρλώνω = Ανοίγω πολύ τα μάτια, πνίγω Γουρμάζω = ωριμάζω Γραίος = βορειοανατολικός άνεμος Γρίντζολα = εκνευρισμός Γρουμπανάω = δίνω αλλεπάλληλες γροθιές σε κάποιον Γυρολόγος = πραματευτής Δαύτος = αυτός Δειλινάω = τρώω ελαφρά Δελόγκου = αμέσως Δέμπλα = σκοινί τεντωμένο για το άπλωμα των ρούχων Δετόρος = γιατρός Διακονεύω = ζητιανεύω Διάφορο = κέρδος, αμοιβή Δικάει = φτάνει, αρκεί Δόλι = δόλωμα στο ψάρεμα Δραγάτα = παρατηρητήριο του δραγάτη Δρολάπι = βροχή με δυνατούς ανέμους Έγκαψη = επιθυμία, πόθος Εκειός = εκείνος Έμπος = καταρρακτώδης βροχή Έντεσα = πιάστηκα από κάπου Έντογια = νάτο Έντωσα = ανακουφίστηκα Εξπήριος = έξυπνος Ζαβά = στραβά Ζάβγια = μικρή πόρπη Ζαγάρι = κυνηγόσκυλο ή τιποτένιος άνθρωπος Ζαμπαρούχι = ακατάσχετο συνάχι Ζεματάω = καίω, Ζεύκι = φαγοπότι, καλοπέραση Ζέχνω = είμαι βρώμικος Ζορκόκωλος = πολύ φτωχός Ζόρκος = γυμνός Ζούδιο = άσχημος Ζουρλοκαμπιέρης = επιπόλαιος, τρελός Ζωχαδιάζω = νευριάζω Θάμαρη = τρόμος, απόγνωση Θέρμη = πυρετός Θλυκώνω = σκεπάζω Θιαμαίνομαι = παραξενεύομαι Καδένα = αλυσίδα Κανδέλλα = ξύλινο δοκάρι Κάζο = περιπέτεια, λοιδωρία Κάκοψος = όσπρια που δεν βράζουν καλά, Κακαρώνω = πεθαίνω Καμπιόνι = πονηρός, ιδιόρρυθμος άνθρωπος Καναλίζω = ξεπλένω τα ρούχα Καντάρω = τραγουδάω με ομάδα κανταδόρων Καντούνι = στενό σοκάκι Καρακαϊδόνης = άσχημος Καρανιάζω = διψάω υπερβολικά Καρδαμώνω = δυναμώνω Λάβα = υπερβολική ζέστη Λαγιάζω = ησυχάζω Λακίζω = φεύγω τρέχοντας Λαλάς = αδελφός Λάμια = γυναίκα κακούργα και άσχημη Λαμπαδιάζω = καίγομαι Λαμπαρδίκα = φωτιά με πολλές και ψιλές γλώσσες Λαρώνω = ησυχάζω Λαχομανάω = αναπνέω δύσκολα Λεβάντες = ανατολικός άνεμος Λυγδιάζω = είμαι λερωμένος Λέτσος = ατημέλητος Λεγάτο = προίκα που δίνεται εγγράφως Λίβας = θερμός άνεμος Λίλης = χαζός Λιρόνι = αλητόπαιδο Λουφάζω = μένω ακίνητος και σιωπηλός π.χ. από φόβο Μαγαρίζω = λερώνω με ακαθαρσίες ένα τόπο Μαέρικο = μαγειρείο Μακιάζω = λερώνω Μαλαγάνας = κόλακας Μαλάτσα = ζέστη με πολλή υγρασία Μανέστρα = σούπα Μανίκα = μανίκι Μαντανία = μάλλινο κρεββατοσκέπασμα Μαργιόλος = κατεργάρης Μαρκάς = αγορά Μαρτούριο = μαρτύριο Μαστέλος = κάδος που χρησιμοποιούσαν οι γυναίκες για το πλύσιμο των ρούχων Μεσάλι = τραπεζομάντηλο Μεσοφούντι = μεσοτοιχία Μολογάω = ομολογώ Μονάτος = ολόιδιος Μόστρα = βιτρίνα Μότσα = υγρασία Μουντζοφλίδι = χαστούκι Μουσκλώνω = δυσαρεστούμαι Μουσούδα = πρόσωπο Μούτελη = λάσπη Μπάκακας = βάτραχος Μπαλαχάρτα = δημόσιο έγγραφο Μπαμπαλίζω = φλυαρώ Μπαμπαξά = φωνή, λέξη Μπαρούφα = σφάλμα Μπασά = είσοδος Μπακατέλα = τιποτένιο πράγμα Μπλαθρώνω = λερώνω Μποκές = ανθοδέσμη Μπόκολα = σκουλαρίκι Μπονώρα = νωρίς Μπουρανέλλος = κάτοικος της πόλης της Λευκάδας Μπρατσολέτο = βραχιόλι Μώλος = προκυμαία Νείρομαι = επιθυμώ, ονειρεύομαι Νεροτρουλίδα = πολυλογάς Νετάρω = τελειώνω Νιόκος = ζυμαρικό, κριθαράκι Νιόφωτο = νιόπαντρο ζευγάρι Νιτερέσο = συμφέρον, ενδιαφέρον, κέρδος Νογάω = καταλαβαίνω Νόνα = γιαγιά Νότια = υγρασία Ντάλια = καταμεσήμερο Ντερλικώνω = τρώω υπερβολικά Ντόζω = ανακουφίζομαι Ντόρκος = ο χωρίς επίβλεψη και περιορισμούς νέος Ντούκια = ασθενής Ντρίτα = ευθεία, με ειλικρίνεια Ξαγκλίζω = ξεμπερδεύω π.χ. μαλλιά Ξαμώνω = σπρώχνω, δείχνω επιθετικές διαθέσεις Ξανακυλάω = υποτροπιάζω Ξαστοχάω = λησμονώ Ξαχουρδάω = γλιστράω Ξεδιαλεούρια = απομεινάρια Ξεζορκιάζω = απογυμνώνω Ξεματόχου = επίτηδες Ξεντρεγάρω = τελειώνω κάποια δουλειά Ξεσυνέρια = παρεξήγηση Ξετιμώνω = κουτσομπολεύω Ξομπλιάστρα = κεντήστρα Ξωθιό μου = μακριά από εμένα Ολάκαιρος = ολόιδιος Όρσε = να, πάρε Όρτη = ορθή όψη υφάσματος Παγκάρι = εκκλησιαστικό έπιπλο στο οποίο στέκονται οι επίτροποι Παδέλα = μαγειρικό σκεύος Παιδοκομάω = ανατρέφω παιδιά Παλαμίζω = ορκίζομαι ακουμπώντας το Ευαγγέλιο Παντυχαίνω = περιμένω, ελπίζω Παπαλιά = χαστούκι Παπόρι = καράβι Παραζούζουλο = αποκρουστικός στην όψη άνθρωπος Παρανομιά = παρανομία Παρόλα = κουβέντα Πάστρα = καθαριότητα Ραπόρτο = αναφορά Ρεβαρδάρω = διστάζω Ρεγάλο = δώρο Ρείπιος = ερειπωμένος Ρεκάζω = φωνάζω δυνατά από πόνο ή φόβο Ρεκούμπερο = απαραίτητο οικιακό σκεύος Ρεμπελιό = αδιαφορία Ρεμπεύομαι = επιθυμώ Ρεντίκολο = γελοίος Ρίνα = ψιλοβρόχι Ρόβολο = κατήφορος Ροδάνι = πολυλογία Σάγιασμα = στρωσίδι Σαλαγισμένος = αναστατωμένος Σαλταπίγκος = το παιδί που πηδάει, σαλτάει Σαραντάκαπνος = αστραπιαία εξαφανισμένος Σατράκαλο = παραμορφωμένος Σάψαλο = γερασμένος άνθρωπος Σγουμπιάζω = καμπουριάζω Σελιάρο = χαστούκι Σεστάρω = τακτοποιώ Σίσκλο = δοχείο άντλησης νερού από τα πηγάδια Σκάνιο = πείσμα Σκροβοντάω = χτυπώ με μανία κάτω κάποιον ή κάτι Σόμπολο = μικρή πέτρα Σορταγιά = τάξη Σουσούμια = χαρακτηριστικά Σύξυλος = αποσβολωμένος Τάλε κουάλε = ίδια και απαράλλαχτα Ταχειά = του χρόνου Τελεύω = βασανίζω Τζογολί = χαρτοπαίγνιο Τράω = βλέπω, κοιτάζω Τρουλίδα = φλύαρος άνθρωπος Τσαρκνιά = πολύτεκνη οικογένεια Τσάτσα = αδελφή Τσατσάρα = χτένα Τσέκια σου = μπράβο Τσερνιάζω = μουδιάζω Τσέτσελε πέτσελε = ασήμαντα πράγματα Τσίμπιος = ανόητος Τσινάω = δυσαρεστούμαι Τσουράπο = ζωηρή, ελεύθερη κοπέλα Φαμφαρόνος = πολυλογάς Φαρομανάω = εκδηλώνομαι ζωηρά με γέλια και χειρονομίες Φάττο = γεγονός Φελάω = χρησιμεύω Φινίρω = τελειώνω Φιόρο = λουλούδι Φιρί φιρί = επίτηδες, σκόπιμα Φόρα βία = ατομικά έξοδα Φόσσα = τρύπα Φκαρίδα = κατσαρίδα Φούσκος = χαστούκι Φρεζές = χωρίστρα στα μαλλιά Φωτερό = φανάρι Χαλέπεδο = ερειπωμένο κτίσμα Χαλές = τιποτένιος Χαλεύω = ζητάω Χαμπέρι = είδηση Χαρδαλούπας = λαίμαργος, πολυλογάς, Χαρ’ νεμ’ το = επιφώνημα χαράς, αγάπης Χασκουμπρίζω = χαριεντίζομαι Χαψά = μπουκιά Χλιός = χλιαρός Χολάτο = τρυφερό βλαστάρι Ψαχουλεύω = ψάχνω Ψίχα = το εσωτερικό του ψωμιού ή του αμυγδάλου Ψόφος = τσουχτερό κρύο, Ψυχοπιάνομαι = δυναμώνω Ψυχοπονιέμαι = ευσπλαχνίζομαι, λυπάμαι |
|