
Λευκάδα αξιοθέατα – Αχ Ελλάδα Σαγαπώ: ένας μυστηριώδης χάρτης και ένα νησί όπου τα ζήσαμε όλα. Αξιοθέατα της Λευκάδας, εντυπωσιακές παραλίες, αρχαιολογικά μυστήρια, άγνωστες διαδρομές, ορεινά χωριά και αυθεντικές τοπικές γεύσεις, σε ένα διαφορετικό οδοιπορικό του «Αχ Ελλάδα σ’ αγαπώ» που αφηγούμαι όπως ακριβώς το έζησα: μαζί με τους καμεραμάν και την υπόλοιπη ομάδα, με έναν χάρτη στα χέρια και τη Λευκάδα να μας οδηγεί διαρκώς εκεί όπου δεν περιμέναμε.
Η Λευκάδα μάς ξεγέλασε από την πρώτη στιγμή.
Φτάσαμε οδικώς, χωρίς να χρειαστεί να μπούμε σε πλοίο, και για λίγα λεπτά πιστέψαμε ότι όλα θα ήταν εύκολα. Λίγο πριν περάσουμε την κινητή γέφυρα, όμως, το Κάστρο της Αγίας Μαύρας υψώθηκε δίπλα στη λιμνοθάλασσα και μας υπενθύμισε ότι η είσοδος σε αυτό το νησί δεν ήταν μια απλή άφιξη.
Ήταν πέρασμα.
Από τη στεριά στη θάλασσα, από το σήμερα στην ιστορία και από όσα γνωρίζαμε για τη Λευκάδα σε όλα εκείνα που δεν είχαμε φανταστεί ότι έκρυβε.
Είχαμε μαζί μας έναν χάρτη, δύο κάμερες και την αυτοπεποίθηση ανθρώπων που δεν είχαν ακόμη συνειδητοποιήσει πόσες στροφές, μονοπάτια, βράχια και σκαλοπάτια τούς περίμεναν.
Κατέβηκα από το αυτοκίνητο, κοίταξα την κινητή γέφυρα και είπα:
«Ωραία. Αφού δεν μπήκαμε σε καράβι, αποκλείεται να χαθούμε».
Ήταν η πρώτη λανθασμένη πρόβλεψη του ταξιδιού.

Ο φάκελος χωρίς αποστολέα
Στην πρώτη μας στάση μάς περίμενε ένας κλειστός φάκελος. Επάνω του δεν υπήρχε όνομα ούτε διεύθυνση. Μόνο ένα μικρό κυκλικό σύμβολο και μία φράση:
«Για να γνωρίσεις πραγματικά τη Λευκάδα, πρέπει πρώτα να βρεις τον άνθρωπο που έψαχνε την Ιθάκη».
Μέσα στον φάκελο υπήρχε ένας παλιός χάρτης του νησιού. Δεν έδειχνε δρόμους και αποστάσεις. Είχε μόνο παράξενα σημάδια: ένα βιβλίο, έναν ανεμόμυλο, τριάντα τρεις μικρούς κύκλους, ένα κόκκινο εκκλησάκι, γραμμές που χάνονταν μέσα σε δάση και μία λευκή πορεία που κατέληγε στο νοτιότερο άκρο της Λευκάδας.
Για να αρχίσει η αναζήτηση, χρειαζόμασταν το κατάλληλο όχημα. Παραλάβαμε το αυτοκίνητό μας από την Green Motion Car and Van Rental.
Οι τελευταίες οδηγίες ήταν σαφείς: να μην εμπιστευόμαστε απόλυτα το GPS στις ορεινές διαδρομές.
Ονόμασα το αυτοκίνητο «Οδυσσέα». Όχι από ιστορική ευαισθησία, αλλά επειδή κάτι μου έλεγε ότι, μέχρι να επιστρέψουμε, θα είχαμε περάσει από ολόκληρο το νησί.
Ο «Οδυσσέας» έγινε το μέσο που μας έδωσε την ελευθερία να κινηθούμε πέρα από τις συνηθισμένες τουριστικές διαδρομές, να αναζητήσουμε ξεχασμένους οικισμούς, αρχαιολογικούς χώρους, δάση, φαράγγια και χωριά που δεν εμφανίζονται πάντα στους κλασικούς οδηγούς.
Για αυτή την ελευθερία, η Green Motion λαμβάνει το Σήμα Αγάπης για την Ελευθερία της Διαδρομής. (Πληροφορίες Green Motion Car and Van Rental)

Κάστρο Αγίας Μαύρας, αρχαία Λευκάδα και τύμβοι Νυδριού: η ιστορία κάτω από τα ίχνη μας
Το Κάστρο της Αγίας Μαύρας και το πρώτο αίσθημα δέους
Πριν περάσουμε την κινητή γέφυρα, σταθήκαμε μπροστά στο Κάστρο της Αγίας Μαύρας.
Το μεγάλο οχυρό, που άρχισε να διαμορφώνεται γύρω στο 1300 και πέρασε στη διάρκεια των αιώνων από διαφορετικούς κυρίαρχους, μοιάζει ακόμη να φυλά τη στενή είσοδο προς το νησί.
Περπατήσαμε δίπλα στα τείχη, με τη λιμνοθάλασσα από τη μία πλευρά και το Ιόνιο από την άλλη. Ο θόρυβος του δρόμου έσβηνε πίσω από την πέτρα και η άφιξή μας μετατράπηκε, σχεδόν χωρίς να το καταλάβουμε, σε ταξίδι μέσα στους αιώνες.
Εκεί νιώσαμε το πρώτο πραγματικό δέος της διαδρομής.
Όχι μόνο για το μέγεθος του οχυρού, αλλά κυρίως για τη θέση του. Σκεφτήκαμε όλους εκείνους που είχαν περάσει πριν από εμάς από το ίδιο στενό σημείο: στρατιώτες, ναυτικούς, εμπόρους, ταξιδιώτες και ανθρώπους που έφταναν στη Λευκάδα χωρίς να γνωρίζουν τι θα συναντήσουν.
Ανάμεσά τους βρισκόμασταν τώρα κι εμείς, μια τηλεοπτική ομάδα με δύο κάμερες, έναν χάρτη και έναν μυστηριώδη φάκελο.
Κοίταξα τα τείχη, άνοιξα τον χάρτη και είπα:
«Αν το πρώτο σημείο είναι έτσι, ελπίζω το δεύτερο να έχει πρωινό».
Η Λευκάδα είχε ήδη αρχίσει να με καταλαβαίνει.
Ο άνθρωπος που αναζητούσε την Ιθάκη
Το σύμβολο ενός βιβλίου επάνω στον χάρτη μάς οδήγησε στο Αρχαιολογικό Μουσείο Λευκάδας.
Εκεί η ιστορία του νησιού ξεδιπλώνεται από την Παλαιολιθική εποχή έως τους ύστερους ρωμαϊκούς χρόνους. Εργαλεία, κεραμική, ταφικά ευρήματα και αντικείμενα της καθημερινής ζωής αποκαλύπτουν ότι η Λευκάδα είχε ζήσει πολλές διαφορετικές ζωές πριν αποκτήσει τη σημερινή της μορφή.
Στην ενότητα της προϊστορικής Λευκάδας συναντήσαμε, μέσα από τις έρευνες και τις ανακαλύψεις του, τον άνθρωπο που αναζητούσε ο πρώτος γρίφος: τον Wilhelm Dörpfeld.
Ο Γερμανός αρχαιολόγος πίστευε ότι η Λευκάδα ήταν η πραγματική ομηρική Ιθάκη και αφιέρωσε μεγάλο μέρος της ζωής του στην προσπάθεια να στηρίξει τη θεωρία του. Ανάμεσα στις σημαντικότερες ανακαλύψεις του βρίσκονταν οι τριάντα τρεις κυκλικοί προϊστορικοί τύμβοι στην περιοχή του Στενού Νυδριού.
Ανοίξαμε ξανά τον χάρτη και μετρήσαμε τα μικρά κυκλικά σημάδια που υπήρχαν σχεδιασμένα επάνω του.
Ήταν ακριβώς τριάντα τρία.
Κάτω από τους κύκλους υπήρχε μια νέα φράση:
«Αναζητήστε τους βασιλιάδες που ήταν αρχαιότεροι από τους ήρωες».
Κοίταξα τα εκθέματα, ύστερα τον χάρτη και στο τέλος την υπόλοιπη ομάδα.
«Αν συνεχιστεί αυτό, θα χρειαστούμε αρχαιολόγο και όχι οδηγό», είπα.
Δεν είχα καταλάβει ακόμη ότι στη Λευκάδα θα χρειαζόμασταν και τα δύο.
BookAmvilia: όταν ο γρίφος πέρασε από τα βιβλία
Μετά το μουσείο, ο φάκελος είχε γεμίσει κύκλους, ονόματα και ερωτηματικά. Γνωρίζαμε πλέον τον Dörpfeld και τη θεωρία του για την ομηρική Ιθάκη, αλλά χρειαζόμασταν ακόμη έναν τρόπο να ενώσουμε τα στοιχεία.
Η αναζήτηση μάς έφερε στο BookAmvilia, στην Παλιά Πόλη της Λευκάδας. Ανάμεσα σε βιβλία ιστορίας, γεωγραφίας και αρχαιολογίας, ανοίξαμε ξανά τον χάρτη και αρχίσαμε να ψάχνουμε όσα δεν χωρούσαν στις σημειώσεις μας. Το βιβλιοπωλείο και αναγνωστήριο έγινε για λίγο το μικρό αρχηγείο της αποστολής.
Μπήκαμε για μία πληροφορία και βγήκαμε με νέες σημειώσεις, περισσότερες ιδέες και μερικά βιβλία παραπάνω από όσα είχαμε υπολογίσει.
«Τώρα έχουμε και βιβλιογραφία», είπα στην ομάδα. «Αν χαθούμε ξανά, τουλάχιστον θα είναι τεκμηριωμένο».
Στο BookAmvilia η περιπέτεια συνάντησε τη γνώση και ο μυστηριώδης χάρτης απέκτησε φωνή. Για τη συμβολή του στη σύγχρονη πολιτιστική ζωή της πόλης, λαμβάνει το Σήμα Αγάπης για τις Ιστορίες που Κρατούν έναν Τόπο Ζωντανό.
( Πληροφορίες για το βιβλιοπωλείο BookAmvilia )

Καλλιγόνι, Καρυώτες και Κούλμος: η αρχαία πόλη κάτω από τους ελαιώνες
Πριν απομακρυνθούμε από την ευρύτερη περιοχή της πόλης, κινηθήκαμε προς το Καλλιγόνι, τους Καρυώτες και τον Κούλμο, στον αρχαιολογικό χώρο της αρχαίας πόλης της Λευκάδας.
Ο φάκελος χρησιμοποιούσε τη λέξη «Νήρικος», σαν να προσπαθούσε να μας τραβήξει ακόμη βαθύτερα στην ιστορία και στον μύθο του τόπου.
Ανάμεσα στους σημερινούς ελαιώνες σώζονται τμήματα των αρχαίων τειχών, νεκροταφεία, αγροικίες, λιμενικές εγκαταστάσεις και διάσπαρτα οικοδομικά κατάλοιπα. Στην περιοχή του Κούλμου, το αρχαίο θέατρο αποτελεί ένα ακόμη κομμάτι μιας πόλης που κάποτε έβλεπε προς τη θάλασσα και συμμετείχε στις μεγάλες μετακινήσεις του Ιονίου.
Δεν συναντήσαμε εντυπωσιακές αναστηλώσεις ούτε σκηνικά φτιαγμένα για να τραβούν αμέσως το βλέμμα.
Είδαμε πέτρες ανάμεσα στα χόρτα και στις ελιές.
Κι όμως, αυτή η διακριτική παρουσία έκανε την εμπειρία ακόμη πιο δυνατή. Έπρεπε να παρατηρήσουμε για να δούμε. Να σταματήσουμε για να φανταστούμε. Να αφήσουμε για λίγο τη σύγχρονη εικόνα του τόπου και να αναζητήσουμε από κάτω της μια πόλη που είχε χαθεί, χωρίς να έχει εξαφανιστεί εντελώς.
Η Λευκάδα είχε ήδη πάψει να είναι για εμάς μόνο ένα νησί με διάσημες παραλίες. Κάτω από κάθε σύγχρονο δρόμο έμοιαζε να υπάρχει μια δεύτερη, αρχαιότερη διαδρομή.
Απέμεναν όμως οι τριάντα τρεις κύκλοι.
Οι βασιλιάδες που ήταν αρχαιότεροι από τους ήρωες
Έπειτα από την απαραίτητη συνεννόηση με την Εφορεία Αρχαιοτήτων για την πρόσβαση και το γύρισμα, φτάσαμε στους προϊστορικούς τύμβους του Στενού Νυδριού.
Μπροστά μας βρισκόταν ένα σύνολο τριάντα τριών εφαπτόμενων κυκλικών ταφικών μνημείων της τρίτης χιλιετίας π.Χ.
Ο Dörpfeld είχε θεωρήσει ότι επρόκειτο για βασιλικούς τάφους που μπορούσαν να συνδεθούν με την ομηρική Ιθάκη. Σήμερα γνωρίζουμε ότι οι τύμβοι είναι πολύ αρχαιότεροι από τους ομηρικούς ήρωες.
Οι «βασιλιάδες που ήταν αρχαιότεροι από τους ήρωες» δεν αποτελούσαν πλέον αίνιγμα.
Οι κύκλοι δεν ήταν ο θησαυρός. Ήταν η απόδειξη ότι το πρώτο σημάδι του φακέλου μάς είχε οδηγήσει σωστά.
Σταθήκαμε μπροστά τους με ένα παράξενο μείγμα ενθουσιασμού, συγκίνησης και δέους. Δεν είχαμε βρει την Ιθάκη που αναζητούσε ο Dörpfeld. Είχαμε όμως αγγίξει μια εποχή πολύ παλαιότερη από εκείνη που πιστεύαμε ότι ψάχναμε.
Κοίταξα τους κύκλους και ύστερα την ομάδα.
«Δηλαδή ξεκινήσαμε αναζητώντας τον κόσμο του Ομήρου και φτάσαμε σε ανθρώπους που έζησαν πολύ πριν από τους ήρωές του;»
Ακριβώς αυτό είχε συμβεί.
Από το Κάστρο της Αγίας Μαύρας μέχρι την αρχαία Λευκάδα και τους τύμβους του Νυδριού, είχαμε διασχίσει αιώνες μέσα σε μία μόνο διαδρομή. Είχαμε νιώσει το βάρος της οχύρωσης, είχαμε αναζητήσει μια αρχαία πόλη κάτω από τους ελαιώνες και είχαμε σταθεί μπροστά σε ταφικά μνημεία ανθρώπων των οποίων τα ονόματα χάθηκαν, αλλά οι κύκλοι τους παρέμειναν.
Όταν διπλώσαμε ξανά τον χάρτη, εμφανίστηκε η τελευταία φράση:
«Εκεί όπου οι λευκοί βράχοι κόβουν τη θάλασσα, τελειώνει η αναζήτηση».
Γνωρίζαμε πλέον προς τα πού έπρεπε να κινηθούμε.
Νότια.
Δεν θα πηγαίναμε, όμως, κατευθείαν εκεί. Ο χάρτης ήταν ακόμη γεμάτος σημάδια και η Λευκάδα είχε ήδη αποδείξει ότι οι παρακάμψεις της έκρυβαν συχνά περισσότερα από τον προορισμό.

Πόλη της Λευκάδας, Άγιος Ιωάννης και ανεμόμυλοι: χρώμα, άνεμος και καθημερινή ζωή
Η πόλη πίσω από τη λιμνοθάλασσα
Περάσαμε την κινητή γέφυρα και μπήκαμε στην πόλη της Λευκάδας.
Η εικόνα δεν θυμίζει το στερεότυπο ενός ελληνικού νησιού. Δεν υπάρχουν μόνο λευκοί τοίχοι και μπλε παράθυρα. Υπάρχουν πολύχρωμες προσόψεις, κεραμοσκεπές, ξυλόδετα σπίτια, στενοί δρόμοι, μικρές πλατείες και χαρακτηριστικά επτανησιακά καμπαναριά.
Περπατήσαμε στην κεντρική αγορά και αφήσαμε την πόλη να μας οδηγήσει. Ποδήλατα περνούσαν ανάμεσα στους πεζούς, μυρωδιές έβγαιναν από τους φούρνους, συζητήσεις ακούγονταν από ανοιχτά παράθυρα και κάθε στενό αποκάλυπτε μια μικρή αυλή, μια εκκλησία ή ένα σπίτι διαφορετικού χρώματος.
Η πόλη δεν στάθηκε απλώς ως πέρασμα προς τις παραλίες. Έγινε η πρώτη ζωντανή γνωριμία μας με τους ανθρώπους και την καθημερινότητα του νησιού.
Στις άκρες της, η λιμνοθάλασσα, η Γύρα και η Αμμόγλωσσα θύμιζαν ότι στη Λευκάδα στεριά και νερό δεν έχουν συμφωνήσει ποτέ απολύτως πού τελειώνει το ένα και πού αρχίζει το άλλο.
Το πρωινό που μύριζε ζεστό ψωμί
Καμία περιπέτεια δεν μπορεί να αρχίσει χωρίς σωστές προμήθειες.
Η πρώτη γαστρονομική στάση μας ήταν στο Αρχονταρίκι.
Μπήκαμε για λίγα πράγματα και βγήκαμε με ψωμί μακράς ωρίμανσης, παραδοσιακές πίτες, λαδόπιτα και λαδοκούλουρα. Η εικόνα του ζεστού ψωμιού που κόβεται και της πίτας που βγαίνει από τον φούρνο έγινε μία από τις πιο ζεστές στιγμές της διαδρομής.
Δοκίμασα ένα κομμάτι πίτα, κοίταξα την κάμερα και ζήτησα να επαναλάβουμε τη λήψη.
«Δεν φάνηκε σωστά η γέμιση», είπα.
Χρειάστηκαν τέσσερις επαναλήψεις για να είμαι βέβαιος ότι το πλάνο είχε γίνει σωστά.
Πέμπτη δεν έγινε, επειδή η πίτα είχε σχεδόν τελειώσει.

Το Αρχονταρίκι έγινε ο σταθμός όπου προμηθευτήκαμε το ψωμί και τις παραδοσιακές γεύσεις που θα μας συνόδευαν στον δρόμο. Για τη συμβολή του στην ανάδειξη αυτής της καθημερινής αλλά πολύτιμης παράδοσης λαμβάνει το Σήμα Αγάπης για τη Λευκαδίτικη Αρτοποιητική Παράδοση. (Πληροφορίες για το Αρχονταρίκι Bakery)
Η γεύση της Λευκάδας που χωρά σε ένα σακίδιο
Η αναζήτηση της τοπικής γεύσης συνεχίστηκε στο Σαλάμι Λευκάδος .
Εδώ γνωρίσαμε μια οικογενειακή παράδοση που συνεχίζεται από το 1952. Παρακολουθήσαμε τον ιδιαίτερο τρόπο παραγωγής του σαλαμιού και των λουκάνικων Λευκάδος και μάθαμε γιατί το κλίμα του νησιού, η φυσική ωρίμανση και η παλιά συνταγή παίζουν τόσο σημαντικό ρόλο στο τελικό αποτέλεσμα.
Κόψαμε λεπτές φέτες σαλάμι για το ταξιδιωτικό μας κολατσιό και τις συνδυάσαμε με το ψωμί που είχαμε μόλις πάρει, ντομάτα και τυρί.
Ο σάκος με τις προμήθειες μεταφέρθηκε αμέσως από το πορτμπαγκάζ στο μπροστινό κάθισμα.
«Για λόγους ασφαλείας», διευκρίνισα.
Κανείς δεν με πίστεψε.
Φρουτοαπολαύσεις: όταν βάλαμε τη μισή Ελλάδα στο αυτοκίνητο
Για νερά, φρούτα και τις απαραίτητες προμήθειες των επόμενων διαδρομών σταματήσαμε στις Φρουτοαπολαύσεις – LEFKAS FRUITS.
Μπροστά στα γεμάτα χρώματα τελάρα, η μικρή μας στάση μετατράπηκε σε μια γρήγορη γνωριμία με την ελληνική παραγωγή. Φρούτα και λαχανικά από διαφορετικές περιοχές της χώρας, όσπρια, βότανα, ξηροί καρποί και επιλεγμένα τοπικά προϊόντα έδειχναν ότι ακόμη και ένα καθημερινό καλάθι μπορεί να αφηγηθεί ένα ταξίδι.
Ζήτησα «λίγα φρούτα για τον δρόμο». Όταν είδα το καλάθι να γεμίζει, άνοιξα τον χάρτη και κοίταξα την ομάδα.
«Τελικά δεν πήραμε απλώς προμήθειες. Πήραμε μαζί μας τη μισή Ελλάδα».
Οι Φρουτοαπολαύσεις έγιναν ο σταθμός όπου η ελληνική γη συνάντησε την καθημερινή ζωή της Λευκάδας. Για αυτή τη σύνδεση λαμβάνουν το Σήμα Αγάπης για τη Φρεσκάδα που Ενώνει την Ελλάδα (Πληροφορίες για το οπωροπωλειο Φρουτοαπολασεις)

Ο Άγιος Ιωάννης, οι ανεμόμυλοι και ο αέρας που είχε διαφορετικό σχέδιο
Στον Άγιο Ιωάννη οι σωζόμενοι ανεμόμυλοι της Γύρας στέκονται απέναντι από μια ακτή όπου ο άνεμος καθορίζει τον ρυθμό.
Τα πανιά των windsurfers και των kitesurfers γέμιζαν τη θάλασσα. Τα κύματα έσπαγαν μπροστά από τους πέτρινους μύλους και το σύμβολο του χάρτη είχε πλέον αποκτήσει νόημα.
Για τους αθλητές οι συνθήκες ήταν ιδανικές.
Για το γύρισμα, λιγότερο.
Ο αέρας μπήκε στα μικρόφωνα, δίπλωσε τις σημειώσεις, πήρε δύο χαρτοπετσέτες και παραλίγο να συνεχίσει την αναζήτηση μόνος του, μαζί με τον χάρτη.
Σταματήσαμε στο Aramos Cafe για καφέ, δροσερά ποτά και ένα γρήγορο σνακ.
Ο ήχος των κυμάτων, τα πολύχρωμα πανιά, οι ανεμόμυλοι και η χαλαρή ατμόσφαιρα δημιούργησαν την πρώτη πραγματικά καλοκαιρινή εικόνα του οδοιπορικού. Για λίγο σταματήσαμε να λύνουμε γρίφους και αφήσαμε τη Λευκάδα να μας δείξει τον ανέμελο χαρακτήρα της.
Προσπαθήσαμε να τραβήξουμε ένα ήρεμο πλάνο.
Ο αέρας πήρε άλλη μία σελίδα από το σημειωματάριο και σχεδόν τον καφέ μου.
Μέχρι να ολοκληρωθούν οι λήψεις, ο καφές είχε κρυώσει. Κανείς, όμως, δεν παραπονέθηκε. Ο αέρας είχε ήδη αναλάβει να μας κρατά ξύπνιους.
Το Aramos Cafe έγινε η παραθαλάσσια ανάσα της διαδρομής και λαμβάνει το Σήμα Αγάπης για την Παραθαλάσσια Εμπειρία της Λευκάδας. (Περισσότερες Πληροφορίες Aramos Cafe Beach Bar )

Η Φανερωμένη και η θέα της πρώτης διαδρομής
Αφήνοντας τον Άγιο Ιωάννη, ανεβήκαμε προς τη Μονή Φανερωμένης.
Από ψηλά, η πόλη, η λιμνοθάλασσα, η Γύρα, το κάστρο και η είσοδος του νησιού ενώνονταν σε μία μεγάλη εικόνα. Για πρώτη φορά μπορούσαμε να δούμε σχεδόν ολόκληρη τη διαδρομή που είχαμε ήδη κάνει.
Η πόλη έμοιαζε μικρότερη.
Ο χάρτης, αντίθετα, έμοιαζε πολύ μεγαλύτερος.
Ήταν μια στιγμή ηρεμίας, αλλά και η πρώτη καθαρή υπόσχεση ότι η Λευκάδα δεν θα μας έδειχνε ποτέ μόνο ένα πρόσωπο. Από το γαλάζιο, τον άνεμο και το αλάτι μπορούσε μέσα σε λίγες στροφές να μας μεταφέρει στα κυπαρίσσια, στην πέτρα και στη σιωπή.
Απόλπαινα, Μονή Οδηγήτριας και Φρύνι: η ήρεμη πλευρά της πρώτης ημέρας
Η διαδρομή μάς έφερε στην Απόλπαινα και προς τη Μονή Οδηγήτριας, ένα από τα παλαιότερα χριστιανικά μνημεία της Λευκάδας. Μακριά από την κίνηση της πόλης, η πέτρα, τα κυπαρίσσια και η σιωπή μάς πέρασαν από τον θόρυβο του ανέμου σε έναν εντελώς διαφορετικό ρυθμό.
Δεν χρειαζόταν να συμβεί κάτι θεαματικό. Αρκούσε να σταθούμε για λίγο και να αφήσουμε την ένταση της ημέρας να καταλαγιάσει.
Η πρώτη μεγάλη ημέρα της περιπέτειας έκλεισε στο Φρύνι. Η ήρεμη ατμόσφαιρα και η θέα λειτούργησαν σαν φυσικό καταφύγιο μετά τον αέρα, την άμμο και τους πρώτους γρίφους.
Το βράδυ συγκεντρωθήκαμε γύρω από ένα τραπέζι και ανοίξαμε ξανά τον χάρτη. Πάνω του βρίσκονταν το ψωμί και οι πίτες από το Αρχονταρίκι, τα φρούτα και οι υπόλοιπες προμήθειες που είχαμε πάρει για τον δρόμο.
Οι διαφορετικές στάσεις συναντήθηκαν στην ίδια σκηνή. Η τοπική παραγωγή δεν ήταν πλέον ένα ξεχωριστό κεφάλαιο. Είχε γίνει κομμάτι της παρέας.
Από το Φρύνι, η θέα και η βραδινή ησυχία μάς έδωσαν χρόνο να καταλάβουμε όσα είχαμε ήδη ζήσει: το πρώτο δέος στο κάστρο, τη χαρά της πόλης, το μυστήριο του Dörpfeld και το γέλιο στον αέρα.
Το Φρύνι δεν έγινε απλώς το τέλος της πρώτης ημέρας. Έγινε η πρώτη στιγμή που κοιτάξαμε πίσω και καταλάβαμε ότι το ταξίδι είχε ήδη αρχίσει να γίνεται ανάμνηση.
Από τον Άγιο Νικήτα στην παραλία Μύλος
Το επόμενο πρωί κινηθήκαμε προς τον Άγιο Νικήτα και την παραλία Μύλος.
Αφήσαμε πίσω τον κεντρικό δρόμο και ακολουθήσαμε το μονοπάτι. Η θάλασσα φαινόταν ήρεμη, αλλά η διαδρομή φρόντισε να μας υπενθυμίσει ότι στη Λευκάδα ακόμη και η ομορφιά ζητά συχνά ένα μικρό αντίτιμο σε ιδρώτα.
Η παραλία αποκαλύφθηκε σταδιακά, με το γαλάζιο να ανοίγει ανάμεσα στις καταπράσινες πλαγιές. Για λίγα λεπτά σταματήσαμε όλοι να μιλάμε.
Δεν υπήρχε γρίφος ούτε κάποια ατάκα για την κάμερα. Υπήρχε μόνο εκείνη η μικρή αναστάτωση που σου προκαλεί ένα τοπίο όταν αποδεικνύεται καλύτερο από την εικόνα που είχες ήδη σχηματίσει γι’ αυτό.
Κατέβηκα με ενθουσιασμό.
Στην επιστροφή ανέβαινα με περισσότερο φιλοσοφική διάθεση.
«Το καλό με την ανηφόρα», είπα στην υπόλοιπη ομάδα, «είναι ότι σου δίνει χρόνο να σκεφτείς τις αποφάσεις σου».
Κανείς δεν με ρώτησε ποιες ακριβώς αποφάσεις εννοούσα. Ο καμεραμάν, πάντως, συνέχισε να γράφει.

Δημοσάρι, Φαράγγι της Μέλισσας και Άγιος Στέφανος: περιπέτεια, γέλιο και μια απρόσμενη παύση
Το Δημοσάρι, το Φαράγγι της Μέλισσας και το σπηλαιοεκκλησάκι του Αγίου Στεφάνου αποτελούσαν τα επόμενα σημάδια του χάρτη. Τρία διαφορετικά σημεία της φυσικής Λευκάδας, δεμένα μεταξύ τους από το νερό, την πέτρα και τις διαδρομές που χάνονται μέσα στο πράσινο.
Το Φαράγγι της Μέλισσας και ο δρόμος που δεν έπρεπε να πάρω
Από την ακτή περάσαμε στο εσωτερικό του νησιού και στους Σφακιώτες.
Βόρεια του Καβάλου, το Φαράγγι της Μέλισσας αποκάλυψε ένα τοπίο που δεν θύμιζε σε τίποτα το καλοκαιρινό νησί των διάσημων παραλιών.
Πέτρινα γεφύρια, πηγές, πηγάδια, πυκνή βλάστηση και τα κατάλοιπα παλιών νερόμυλων εμφανίζονταν διαδοχικά μπροστά μας. Οι μύλοι δεν λειτουργούν πια, όμως οι πέτρες τους διατηρούν τη μνήμη μιας εποχής κατά την οποία το νερό δεν ήταν απλώς μέρος του τοπίου. Ήταν δύναμη, εργασία και καθημερινή ζωή.
Εδώ άλλαξε και ο ήχος του ταξιδιού.
Η θάλασσα εξαφανίστηκε και τη θέση της πήραν τα φύλλα, τα έντομα, τα βήματά μας και το νερό, που ακουγόταν χωρίς να φαίνεται πάντοτε.
Προχωρήσαμε μέχρι που φτάσαμε σε μια διασταύρωση χωρίς σαφή ένδειξη. Κοίταξα δεξιά, κοίταξα αριστερά και, με την αυτοπεποίθηση ανθρώπου που δεν είχε κανέναν απολύτως λόγο να είναι τόσο βέβαιος, επέλεξα τον λάθος δρόμο.
Λίγα λεπτά αργότερα επέστρεψα από το ίδιο σημείο από το οποίο είχα μόλις φύγει.
«Δεν χαθήκαμε», είπα στην ομάδα. «Απλώς κάνουμε πιο ολοκληρωμένη έρευνα της περιοχής».
Η κάμερα κατέγραψε τόσο τη δήλωση όσο και την επιστροφή μου.
Ο δρόμος που δεν έπρεπε να πάρουμε δεν μας οδήγησε πουθενά. Μας χάρισε, όμως, την ατάκα που θα μας ακολουθούσε σε ολόκληρο το ταξίδι.
Ο Άγιος Στέφανος δεν ήταν αξιοθέατο, ήταν παύση
Στην ευρύτερη περιοχή των Σφακιωτών, πάνω από το Σπανοχώρι, αναζητήσαμε στη συνέχεια το σπηλαιοεκκλησάκι του Αγίου Στεφάνου.
Η μικρή εκκλησία βρίσκεται μέσα στον βράχο και κοιτά προς την ανατολική πλευρά του νησιού. Δεν εμφανίστηκε μπροστά μας με τρόπο θριαμβευτικό. Χρειάστηκε να την πλησιάσουμε, να αφήσουμε πίσω τις φωνές και να προσαρμόσουμε τα μάτια μας στη σκιά.
Ο Άγιος Στέφανος δεν μπήκε στη διαδρομή σαν ακόμη ένα αξιοθέατο.
Μπήκε σαν παύση.
Κανείς μας δεν ζήτησε επανάληψη της λήψης. Κανείς δεν έκανε αστείο για το μονοπάτι. Χαμηλώσαμε τη φωνή χωρίς να μας το ζητήσει κανείς και αφήσαμε την κάμερα να καταγράψει τον βράχο, τη μικρή είσοδο και τη θέα.
Λίγα λεπτά νωρίτερα γελούσαμε επειδή είχα επιλέξει τον λάθος δρόμο. Εδώ νιώσαμε τη σιωπηλή συγκίνηση ενός τόπου που δεν προσπαθεί να αποδείξει τίποτα.
Δημοσάρι: η βουτιά που δεν έγινε ποτέ
Η αναζήτηση του νερού μάς οδήγησε κατόπιν προς τη Νικιάνα, το Νυδρί και τη Ράχη, στη διαδρομή για τους καταρράκτες του Δημοσάρη.
Όταν υπάρχει αρκετό νερό, κατεβαίνει ανάμεσα στους λευκούς βράχους, περνά κάτω από πλατάνια και σχηματίζει φυσικές βάθρες. Η σκιά και η δροσιά κάνουν το τοπίο να μοιάζει απολύτως αποκομμένο από την πολυσύχναστη παραλιακή ζώνη του Νυδριού.
Πλησίασα το νερό με τον ενθουσιασμό ανθρώπου που ήθελε να αποδείξει στην υπόλοιπη ομάδα ότι δεν φοβάται το κρύο.
Βούτηξα το χέρι μου.
Το έβγαλα αμέσως.
«Είναι εξαιρετικό», είπα. «Για παρατήρηση».
Κανείς δεν μίλησε ξανά για βουτιά.
Το Δημοσάρι, το Φαράγγι της Μέλισσας και ο Άγιος Στέφανος μάς αποκάλυψαν τρεις διαφορετικές όψεις της φυσικής Λευκάδας: τη δύναμη του νερού, τη μνήμη των παλιών μονοπατιών και τη σιωπή ενός καταφυγίου μέσα στον βράχο.
Περιπέτεια, γέλιο, έκπληξη και συγκίνηση χώρεσαν τελικά στην ίδια διαδρομή.

Hotel Pegasos: η βάση μας απέναντι από την παραλία Λίμνη
Ύστερα από τη Νικιάνα, το Δημοσάρι και τις διαδρομές μέσα στο πράσινο, φτάσαμε στο Hotel Pegasos, απέναντι από την παραλία Λίμνη.
Το ξενοδοχείο έγινε η παραθαλάσσια βάση μας στην ανατολική Λευκάδα. Ο κήπος, η κοντινή θάλασσα και η ζεστή ανθρώπινη υποδοχή μάς έδωσαν χώρο να ξεκουραστούμε, να φορτίσουμε τις κάμερες και να οργανώσουμε όσα ακολουθούσαν. Στους διαδρόμους, έργα Λευκαδιτών ζωγράφων ένωναν διακριτικά τη φιλοξενία με την πολιτιστική ταυτότητα του τόπου.
Απλώσαμε τον χάρτη και υποσχεθήκαμε ότι αυτή τη φορά θα κοιμόμασταν νωρίς.
Δέκα λεπτά αργότερα συζητούσαμε ακόμη ποιο μονοπάτι είχαμε πάρει λάθος και ποιο θα δοκιμάζαμε την επόμενη ημέρα.
Το Hotel Pegasos δεν ήταν απλώς ένα δωμάτιο για τη νύχτα. Ήταν το σημείο όπου η κούραση έγινε προσμονή για την επόμενη διαδρομή. Για τη φιλοξενία και τη σύνδεσή του με τον χαρακτήρα της Νικιάνας λαμβάνει το Σήμα Αγάπης για την Αυθεντική Παραθαλάσσια Φιλοξενία της Λευκάδας. (Πληροφορίες HOTEL PEGASUS)
Η περιπέτεια χρειάζεται φροντίδα από την κορυφή μέχρι τα νύχια
Επιχείρηση «να σωθώ πριν από το επόμενο γύρισμα»
Όταν τελείωσε το γύρισμα στον Άγιο Ιωάννη, τα μαλλιά μου είχαν αποκτήσει δική τους προσωπικότητα. Η επόμενη στάση μας ήταν στο Κομμωτήριο Κώστα Χριστίνα.
«Θέλουμε κάτι φυσικό», είπα.
Η Χριστίνα κοίταξε τα μαλλιά μου.
«Με αυτόν τον αέρα, αυτό που βλέπω είναι απολύτως φυσικό», μου απάντησε.
Η σκηνή είχε χιούμορ, αλλά ανέδειξε ταυτόχρονα τη φροντίδα, την προσωπική επαφή και τον επαγγελματισμό ενός σύγχρονου κομμωτηρίου της Λευκάδας. Στον ίδιο χώρο, η περιποίηση των μαλλιών συνδυάζεται και με τη φροντίδα των νυχιών, κάτι που ύστερα από άμμο, αέρα και πεζοπορίες έμοιαζε λιγότερο με πολυτέλεια και περισσότερο με τεχνική υποστήριξη της αποστολής.
Η Χριστίνα αποκατέστησε την τηλεοπτική μου εικόνα ύστερα από την πρώτη αναμέτρηση με τον αέρα του νησιού.
Η φροντίδα δεν σταμάτησε στα μαλλιά. Τα μονοπάτια είχαν αρχίσει να αφήνουν σημάδια και στα πόδια μου. Όσο για τους υπόλοιπους «κάλους», η ομάδα συμφώνησε ότι δεν υπήρχε διαθέσιμη θεραπεία.
Το Xristina Hair Salon έγινε η στάση που μας ξαναέβαλε μπροστά στην κάμερα με καλύτερη διάθεση και σαφώς πιο ελεγχόμενη εμφάνιση. Λαμβάνει το Σήμα Αγάπης για την Τέχνη της Περιποίησης και του Στυλ. (Πληροφορίες Κομμωτήριο Χριστίνα)

Λευκάδα αξιοθέατα – Αχ Ελλάδα Σαγαπώ: Καρυά, Εγκλουβή και Παλαιός Αλέξανδρος: η Λευκάδα της μνήμης, της γης και της επιστροφής
Καρυά: η πλατεία και η κλωστή
Στην Καρυά συναντήσαμε μια Λευκάδα διαφορετική από εκείνη των τουριστικών καταλόγων.
Η πλατεία με τα πλατάνια, τα πλακόστρωτα, τα πέτρινα σπίτια και οι ήρεμες αυλές έδιναν την αίσθηση ενός χωριού που εξακολουθεί να διατηρεί τον δικό του ρυθμό, ακόμη κι όταν ο υπόλοιπος κόσμος γύρω του βιάζεται.
Εδώ γνωρίσαμε την περίφημη καρσάνικη κεντητική παράδοση. Η βελόνα, η κλωστή και οι κινήσεις που περνούν από γενιά σε γενιά μάς θύμισαν ότι ένας τόπος δεν διατηρείται μόνο μέσα από τα κτίριά του.
Διατηρείται μέσα από τα χέρια των ανθρώπων του.
Η κάμερα πλησίασε στα κεντήματα και για λίγο το μεγάλο ταξίδι περιορίστηκε σε μια μικρή λεπτομέρεια. Σε έναν κόμπο, σε ένα σχέδιο, σε μια γυναίκα που θυμόταν τον τρόπο με τον οποίο είχε μάθει να κεντά από την προηγούμενη γενιά.
Ήταν η πρώτη μεγάλη νότα νοσταλγίας. Όχι μια νοσταλγία θλιμμένη, αλλά εκείνη η γλυκιά αίσθηση ότι κάτι παλιό εξακολουθεί να αναπνέει και να περνά αθόρυβα από το ένα ζευγάρι χέρια στο επόμενο.
Εγκλουβή, Άγιος Δονάτος και Βόλτοι
Από την Καρυά ανεβήκαμε προς την Εγκλουβή και το οροπέδιο του Αγίου Δονάτου. Η θάλασσα χάθηκε από το οπτικό μας πεδίο και η Λευκάδα έμοιαζε ξαφνικά περισσότερο ηπειρωτική παρά νησιωτική.
Τα παλιά πηγάδια, τα αλώνια και οι χαρακτηριστικοί Βόλτοι, οι θολωτές πέτρινες αγροτικές κατασκευές του οροπεδίου, συνέθεταν ένα τοπίο αυστηρό, λιτό και σχεδόν αρχέγονο. Δεν βρίσκονταν εκεί για να λειτουργήσουν ως τουριστικό σκηνικό. Κουβαλούσαν τη μνήμη μιας εποχής κατά την οποία το οροπέδιο γέμιζε ανθρώπους, ζώα, εργαλεία, καρπούς και φωνές.
Εδώ η περίφημη φακή Εγκλουβής δεν είναι απλώς ένα τοπικό προϊόν. Αποτελεί μέρος ενός ολόκληρου πολιτισμού δουλειάς, επιμονής και προσαρμογής στις ιδιαίτερες συνθήκες του ορεινού τοπίου.
Σταθήκαμε ανάμεσα στις πέτρινες κατασκευές και προσπαθήσαμε να φανταστούμε τις ημέρες του θερισμού, τις οικογένειες που συγκεντρώνονταν στο οροπέδιο, τα ζώα, τα εργαλεία και τις ιστορίες που μοιράζονταν οι άνθρωποι έπειτα από μια δύσκολη ημέρα εργασίας.
Ο αέρας εδώ είχε διαφορετική μυρωδιά από εκείνον του Αγίου Ιωάννη. Δεν κουβαλούσε αλάτι. Κουβαλούσε θυμάρι, ξερό χώμα και την αίσθηση ότι το νησί είχε για λίγο ξεχάσει τη θάλασσα.
Μέχρι που μια στροφή του δρόμου αποκάλυψε ξανά το Ιόνιο και μας θύμισε πόσο γρήγορα αλλάζει πρόσωπο η Λευκάδα.

Στον Παλαιό Αλέξανδρο ο χρόνος περπατά αλλιώς
Η ορεινή διαδρομή συνεχίστηκε προς τον παλιό οικισμό του Αλέξανδρου, γνωστό στους ταξιδιώτες ως Παλαιός Αλέξανδρος.
Ένας τόπος που δεν χρειάζεται να φωνάξει για να σε συγκινήσει.
Πέτρινα σπίτια, παλιά παραθυρόφυλλα, μισάνοιχτες αυλόπορτες, μικρές εκκλησίες και δρόμοι που μοιάζουν να θυμούνται περισσότερα βήματα από όσα δέχονται σήμερα συνέθεταν την εικόνα του χωριού.
Δεν πρόκειται απλώς για έναν εγκαταλειμμένο οικισμό. Πίσω από τις σιωπηλές προσόψεις υπάρχουν μνήμες, επιστροφές, προσπάθειες αποκατάστασης και άνθρωποι που εξακολουθούν να συνδέονται με τον τόπο. Κάποια σπίτια ξαναζωντανεύουν, ορισμένες αυλές φροντίζονται και η ανθρώπινη παρουσία επιστρέφει διακριτικά εκεί όπου κάποτε φαινόταν να έχει χαθεί.
Μέχρι την Καρυά γελούσαμε ακόμη με το διαλυμένο παπούτσι και τα λάθη του GPS. Στον Παλαιό Αλέξανδρο χαμηλώσαμε τη φωνή.
Στάθηκα μπροστά σε ένα παλιό σπίτι και κοίταξα μέσα από ένα ανοιχτό παράθυρο.
«Ποιος να έμενε εδώ;» ρώτησα.
Κανείς δεν γνώριζε.
Για πρώτη φορά στο ταξίδι, όμως, η άγνοια δεν χρειαζόταν απάντηση. Αρκούσε η ερώτηση.
Ο τόπος μάς άφησε μια τρυφερή νοσταλγία για ένα χωριό που δεν ήταν δικό μας, αλλά για λίγα λεπτά μάς έκανε να αισθανθούμε σαν να επιστρέφαμε.
Η Καρυά, η Εγκλουβή και ο Παλαιός Αλέξανδρος ένωσαν μέσα στην ίδια διαδρομή την τέχνη των χεριών, τον μόχθο της γης και τη μνήμη των ανθρώπων που έφυγαν χωρίς να πάψουν ποτέ να ανήκουν στον τόπο τους.
Κόκκινη Εκκλησία, Σκάρος και Σύβρος: η κρυφή πράσινη διαδρομή
Η Κόκκινη Εκκλησιά και η σιωπή των Πλατυστόμων
Η σιωπή του Παλαιού Αλέξανδρου μάς ακολούθησε μέχρι τα Πλατύστομα και την Κόκκινη Εκκλησία, την ιστορική μονή που οι ντόπιοι γνωρίζουν και ως Κόκκινη Εκκλησιά.
Το μικρό κόκκινο εκκλησάκι που υπήρχε σχεδιασμένο στον μυστηριώδη χάρτη είχε επιτέλους αποκτήσει πραγματική μορφή. Η μονή βρισκόταν κρυμμένη μέσα στο πράσινο, μακριά από τις γνώριμες εικόνες της ακτογραμμής. Το όνομά της συνδέεται με το κόκκινο χώμα και τον πηλό της περιοχής, υλικά που χρησιμοποιήθηκαν στην κατασκευή της και άφησαν πάνω της ένα χαρακτηριστικό αποτύπωμα.
Δεν υπήρχε τίποτα θεαματικό με τη συνηθισμένη έννοια. Υπήρχαν παλιοί τοίχοι, κυπαρίσσια, πέτρα, ίχνη μοναστικής ζωής και εκείνη η βαθιά ησυχία που κάνει ακόμη και τον ήχο των βημάτων να μοιάζει υπερβολικός.
Πλησιάσαμε χωρίς να μιλάμε. Ο καμεραμάν άφησε την εικόνα να σταθεί λίγο περισσότερο πάνω στις φθαρμένες επιφάνειες, στις μικρές λεπτομέρειες και στο φυσικό τοπίο που είχε αγκαλιάσει το μνημείο.
Δεν ένιωθα ακριβώς χαρά ούτε θλίψη. Ήταν ένα συναίσθημα πιο δύσκολο να οριστεί, κάτι ανάμεσα στον θαυμασμό και στη νοσταλγία για ανθρώπους που δεν γνωρίσαμε και για έναν τρόπο ζωής που άφησε πίσω του μόνο πέτρες, ίχνη και μνήμες.
Άνοιξα ξανά τον χάρτη και κοίταξα το κόκκινο σημάδι.
«Αυτή τη φορά, τουλάχιστον, βρήκαμε το σωστό σημείο με την πρώτη», είπα.
Κανείς από την ομάδα δεν θέλησε να σχολιάσει πόσες αποτυχημένες προσπάθειες είχαν προηγηθεί.
Η Κόκκινη Εκκλησία ήταν ακόμη μία απόδειξη ότι η Λευκάδα κρατά ορισμένες από τις δυνατότερες ιστορίες της μακριά από τη θάλασσα. Δεν σου τις αποκαλύπτει καθώς περνάς βιαστικά. Πρέπει να βγεις από τον κεντρικό δρόμο, να χαμηλώσεις τον ρυθμό σου και να δεχθείς ότι εδώ η διαδρομή έχει μεγαλύτερη αξία από την άφιξη.

Το Δάσος των Σκάρων και η πράσινη πλευρά του νησιού
Από τα Πλατύστομα κινηθήκαμε προς το Δάσος των Σκάρων. Αφήσαμε το αυτοκίνητο και συνεχίσαμε με τα πόδια, ακολουθώντας τις γραμμές του χάρτη που χάνονταν μέσα στα δέντρα.
Παλιές βελανιδιές, πυκνή βλάστηση, σκιερά περάσματα και ξαφνικά ανοίγματα προς το Ιόνιο συνέθεταν ένα από τα πιο ιδιαίτερα φυσικά τοπία της Λευκάδας. Το φως περνούσε σπασμένο ανάμεσα στα κλαδιά και η θερμοκρασία έμοιαζε να αλλάζει μόλις μπαίναμε βαθύτερα στο δάσος.
Στην αρχή όλοι μιλούσαμε.
Λίγο αργότερα, οι συζητήσεις είχαν περιοριστεί σε τρεις ερωτήσεις:
«Πόσο ακόμη;»
«Είναι σωστό το μονοπάτι;»
«Γιατί δεν ακούσαμε την προειδοποίηση για το GPS;»
Περπατούσα με τα καινούργια μου παπούτσια και με την αυτοπεποίθηση ανθρώπου που είχε ξεχάσει εντελώς όσα είχαν συμβεί στα προηγούμενα μονοπάτια.
Κάποια στιγμή σταμάτησα και ζήτησα από όλους να κάνουν ησυχία.
Η ομάδα περίμενε ότι είχα ακούσει κάποιο σπάνιο πουλί ή κάποιο ζώο μέσα στη βλάστηση.
«Ακούτε;» ρώτησα.
Δεν ακουγόταν σχεδόν τίποτα.
«Ακριβώς. Επιτέλους δεν ακούμε το GPS».
Το Δάσος των Σκάρων μάς αντάμειψε για την πεζοπορία. Ανάμεσα στα δέντρα η θάλασσα εμφανιζόταν και εξαφανιζόταν, σαν το νησί να μας υπενθύμιζε ότι ακόμη κι όταν δεν τη βλέπεις, το Ιόνιο βρίσκεται πάντα κάπου κοντά.
Εδώ νιώσαμε ξανά έκπληξη. Δεν περιμέναμε τόση σκιά, τόσο βαθύ πράσινο και τέτοια αίσθηση απομόνωσης σε ένα νησί διάσημο για τους λευκούς γκρεμούς και τις τιρκουάζ παραλίες του.
Για λίγη ώρα δεν υπήρχε θόρυβος από αυτοκίνητα, βάρκες ή πολυσύχναστες ακτές. Υπήρχαν μόνο τα βήματά μας πάνω στο χώμα και η αίσθηση ότι περπατούσαμε δίπλα σε δέντρα πολύ αρχαιότερα από εμάς.
Ένα τραπέζι δεμένο με τη θάλασσα
Κατηφορίζοντας από τους Σκάρους προς την ανατολική πλευρά, περάσαμε από τη Νικιάνα, ακολουθήσαμε τη διαδρομή προς το Νυδρί και μπήκαμε στον προστατευμένο κόλπο του Γενιού.
Οι βάρκες κινούνταν αργά, το νερό ήταν σχεδόν ακίνητο και, για πρώτη φορά έπειτα από ώρες, άφησα τον χάρτη κλειστό.
Σταματήσαμε στην Ταβέρνα Έλενα.
Το τραπέζι γέμισε με μαριναρισμένο γαύρο, φρέσκα ψάρια, Καραβίδες, ψαρόσουπα και πιάτα αυθεντικής θαλασσινής κουζίνας. Ακούσαμε ιστορίες για τα ψάρια, τους ανθρώπους της θάλασσας και τη σημασία της καλής πρώτης ύλης. Πίσω μας απλώνονταν ο ήρεμος κόλπος, οι βάρκες και η γαλήνια πλευρά της ανατολικής Λευκάδας.
Ύστερα από την ησυχία της Κόκκινης Εκκλησίας και την πεζοπορία στο δάσος, αυτή ήταν η ανάσα που χρειαζόμασταν. Για λίγο η αναζήτηση σταμάτησε και το ταξίδι έγινε παρέα, κουβέντα και γεύση.
Ο καμεραμάν ζήτησε ένα τελευταίο κοντινό πλάνο της ψαρόσουπας.
Το μπολ είχε ήδη αδειάσει.
Κοίταξα την υπόλοιπη ομάδα και εκείνοι κοίταξαν εμένα.
Κανείς δεν ανέλαβε την ευθύνη.
Η Ταβέρνα Έλενα έγινε το θαλασσινό τραπέζι της αποστολής και λαμβάνει το Σήμα Αγάπης για την Αυθεντική Θαλασσινή Κουζίνα της Λευκάδας. (Πληροφορίες Ταβέρνα Έλενα)

Βλυχό και Φτερνό: η είσοδος στον κρυφό νότο
Από το Γένι κινηθήκαμε γύρω από τον κόλπο του Βλυχού και ακολουθήσαμε τον δρόμο προς το Φτερνό.
Η τουριστική κίνηση έμεινε σταδιακά πίσω μας, ο δρόμος στένεψε και η νότια ενδοχώρα άρχισε να αποκαλύπτει μικρά χωριά, ελαιώνες και πλαγιές που κατέβαιναν προς τον κόλπο της Βασιλικής.
Ο χάρτης δεν μας έδειχνε απλώς μια μετάβαση προς τον νότο.
Μας έδειχνε ακόμη μία παράκαμψη.
Μέχρι εκείνη τη στιγμή είχαμε μάθει ότι οι παρακάμψεις της Λευκάδας ήταν συχνά πιο ενδιαφέρουσες από τον ίδιο τον προορισμό.
Έτσι, αντί να βιαστούμε να φτάσουμε στη Βασιλική, συνεχίσαμε προς τον Σύβρο.
Σύβρος: το χωριό όπου ακούς πρώτα το νερό
Στον Σύβρο ακούσαμε πρώτα το νερό και ύστερα είδαμε το χωριό.
Οι πηγές, τα πλατάνια, οι ρεματιές και τα ίχνη των παλιών νερόμυλων δημιουργούν ένα τοπίο απρόσμενα δροσερό και πράσινο. Έπειτα από τόσες εικόνες θάλασσας, ήταν σχεδόν παράξενο να ανακαλύπτουμε ένα ολόκληρο υδάτινο σύμπαν κρυμμένο στο εσωτερικό του νησιού.
Σύμφωνα με τις αφηγήσεις των παλαιότερων, στην περιοχή λειτουργούσαν κάποτε είκοσι τέσσερις νερόμυλοι. Δεν σώζονται όλοι, όμως τα κατάλοιπα και οι ιστορίες τους αρκούν για να καταλάβεις πόσο στενά ήταν δεμένη η ζωή του χωριού με το νερό.
Εδώ το νερό δεν αποτελούσε απλώς στοιχείο του τοπίου. Κινούσε τους μύλους, πότιζε τη γη, στήριζε τις καλλιέργειες και καθόριζε την καθημερινότητα των κατοίκων.
Η ιστορία του Σύβρου δεν γράφτηκε μόνο με μεγάλα γεγονότα, αλλά με ανθρώπους που άλεθαν το σιτάρι, φρόντιζαν τα χωράφια και μοιράζονταν τις ίδιες πηγές.
Περπατήσαμε κοντά στις πηγές και αφήσαμε το κρύο νερό να διώξει τη ζέστη και την κούραση. Η διάθεση της ομάδας άλλαξε αμέσως. Η σιωπή της Κόκκινης Εκκλησίας και το δέος του Δάσους των Σκάρων μετατράπηκαν σε γέλια και ανακούφιση.
Έβρεξα το πρόσωπό μου και δήλωσα ότι είχα ανανεωθεί πλήρως.
Λίγα λεπτά αργότερα ρώτησα αν υπήρχε κάπου κοντά καφές.
Στον Σύβρο ακούσαμε ακόμη ιστορίες για το φαράγγι και τις πηγές της Κερασιάς, για το δάσος της Δάφνης και για τη σπηλιά Καρούχα. Ήταν ολόκληρος ένας μικρός κόσμος από πηγές, μονοπάτια, δέντρα και κρυφές διαδρομές, αρκετός για να μας κάνει να καταλάβουμε ότι η νότια Λευκάδα δεν εξαντλείται στις παραλίες της.
Η Κόκκινη Εκκλησία, το Δάσος των Σκάρων και ο Σύβρος έμοιαζαν αρχικά με τρία διαφορετικά σημάδια πάνω στον χάρτη. Όταν ολοκληρώσαμε τη διαδρομή, όμως, είχαν ενωθεί σε μία ιστορία.
Η Κόκκινη Εκκλησία μάς άφησε τη σιωπή και τη μνήμη των ανθρώπων. Οι Σκάροι μάς έδωσαν το δέος ενός δάσους που μοιάζει να υπάρχει έξω από τον χρόνο. Ο Σύβρος έφερε ξανά τη χαρά, την κίνηση και τον ήχο του νερού.
Από το κόκκινο σημάδι και τη βαθιά σκιά των δέντρων είχαμε φτάσει στις πηγές.
Η κρυφή, πράσινη Λευκάδα είχε πλέον ενωθεί μπροστά μας.

Βουρνικάς, Ροδάκι και ακρωτήριο Λευκάτας: εκεί όπου τελείωνε ο χάρτης
Βουρνικάς και Ροδάκι: εκεί όπου συναντιούνται δύο κόσμοι
Από τον Σύβρο συνεχίσαμε προς τον Βουρνικά, ένα ορεινό χωριό κοντά στη Βασιλική.
Ο δρόμος μάς απομάκρυνε για λίγο από τη θάλασσα και μας επέστρεψε στους ελαιώνες, στις καλλιέργειες και στην ήρεμη καθημερινότητα της νότιας ενδοχώρας.
Ο Βουρνικάς διατηρεί την αίσθηση ενός χωριού που δεν χρειάζεται να φωνάξει για να το προσέξεις. Από τις πλαγιές του, η θέα ανοίγει προς τον κόλπο της Βασιλικής και η θάλασσα επιστρέφει στο βλέμμα μέσα από το πράσινο.
Από εκεί κατευθυνθήκαμε στη θέση Ροδάκι.
Το Ροδάκι δεν είναι χωριό αλλά μια τοποθεσία πάνω από τον Βουρνικά, όπου βρίσκεται η Μονή του Αγίου Ιωάννη. Στο ίδιο σημείο έχουν εντοπιστεί κατάλοιπα μεγάλου δωρικού ναού, πιθανότατα αφιερωμένου στη Δήμητρα.
Στην ίδια πλαγιά συναντιούνται η αρχαία λατρεία, η χριστιανική παράδοση και το φυσικό τοπίο. Δεν υπάρχουν απόλυτα όρια ανάμεσα στις εποχές. Η μία μοιάζει να έχει χτιστεί πάνω στη μνήμη της άλλης.
Σταθήκαμε για λίγο χωρίς να μιλάμε και κοιτάξαμε προς τη Βασιλική.
Είχαμε ξεκινήσει αναζητώντας τον άνθρωπο που πίστευε ότι είχε βρει την Ιθάκη. Τώρα βρισκόμασταν σε έναν τόπο όπου διαφορετικές πίστεις, διαφορετικοί αιώνες και διαφορετικές ιστορίες μοιράζονταν το ίδιο έδαφος.
Από τον Βουρνικά και το Ροδάκι, ο δρόμος προς το νοτιότερο άκρο της Λευκάδας δεν έμοιαζε πια με απλή μετακίνηση.
Έμοιαζε με προετοιμασία για το τέλος.
ROZALIA: μια βραδιά στη Βασιλική πριν από την τελική δοκιμασία
Η νύχτα μάς βρήκε στο ROZALIA Cafe & Brunch, μπροστά στο λιμάνι της Βασιλικής.
Η θάλασσα δίπλα στα τραπέζια, τα φώτα του λιμανιού και η χαλαρή κίνηση του οικισμού μάς έδωσαν την ανάσα που χρειαζόμασταν πριν από το δυσκολότερο και πιο κινηματογραφικό τμήμα της αποστολής. Άλλοι διάλεξαν καφέ, άλλοι κάτι γλυκό και κάποιοι θυμήθηκαν ξαφνικά ότι όλη αυτή η κατανάλωση γινόταν «για τις ανάγκες της παραγωγής».
Άνοιξα τον χάρτη μπροστά στους καμεραμάν και στην υπόλοιπη ομάδα και χάραξα την τελευταία πορεία: Βασιλική, Αγιοφύλλι, Εγκρεμνοί, Πόρτο Κατσίκι και ακρωτήριο Λευκάτας.
Ο χάρτης είχε αρχίσει να γεμίζει άμμο, λεκέδες από καφέ και λίγα ψίχουλα από το τραπέζι. Δεν έμοιαζε πλέον με ένα αντικείμενο που είχαμε βρει τυχαία. Είχε μετατραπεί σε ημερολόγιο όλων όσων είχαμε ζήσει.
Κάποιος πρότεινε να πάρουμε και pancakes για να έχουμε ενέργεια το πρωί. Τα pancakes δεν έφτασαν ποτέ μέχρι το πρωί.
Το ROZALIA έγινε η παραθαλάσσια παύση της παρέας πριν από την τελική διαδρομή και λαμβάνει το Σήμα Αγάπης για την Απόλαυση που Γίνεται Ταξιδιωτική Ανάμνηση. (Πληροφορίες ROZALIA Cafe & Brunch)
Κανείς μας δεν το είπε δυνατά, αλλά όλοι καταλαβαίναμε ότι πλησιάζαμε στο τέλος.
Και κανείς δεν ήταν βέβαιος ότι ήθελε πραγματικά να φτάσουμε.

Η Βασιλική, ο άνεμος και τα πολύχρωμα πανιά
Το επόμενο πρωί η Βασιλική μάς υποδέχθηκε με τον γνωστό άνεμο του κόλπου.
Πολύχρωμα πανιά γέμισαν τη θάλασσα και οι αθλητές κινούνταν πάνω στο νερό με μια ευκολία που έκανε για λίγα λεπτά ολόκληρη την ομάδα να υπερεκτιμήσει τις δυνατότητές της.
Παρακολούθησα έναν windsurfer να στρίβει με ταχύτητα και είπα:
«Δεν φαίνεται τόσο δύσκολο».
Οι καμεραμάν και η υπόλοιπη παραγωγή αποφάσισαν ομόφωνα ότι ήταν προτιμότερο να συνεχίσουμε οδικώς.
Η Βασιλική έφερε ξανά τον ενθουσιασμό στην ιστορία μας. Ύστερα από τα χωριά, τις μονές, τα δάση και τα αρχαιολογικά αινίγματα, ο άνεμος, τα χρώματα και η κίνηση πάνω στο νερό μάς επανέφεραν στην καλοκαιρινή ενέργεια της Λευκάδας.
Αγιοφύλλι: το νερό που μοιάζει να φωτίζεται από κάτω
Από τη Βασιλική κινηθήκαμε προς το Αγιοφύλλι.
Τα λευκά βότσαλα έκαναν το νερό να μοιάζει σχεδόν φωτισμένο από κάτω, ενώ οι βράχοι σχημάτιζαν γύρω από την παραλία ένα μικρό φυσικό καταφύγιο.
Μπήκαμε στη θάλασσα, καθίσαμε στα βότσαλα και αφήσαμε για λίγο τον χάρτη στην άκρη. Ο ήχος του νερού, το λευκό της ακτής και το καθαρό γαλάζιο δημιούργησαν μία από τις πιο φωτεινές στιγμές της διαδρομής.
Για λίγη ώρα πιστέψαμε ότι είχαμε φτάσει στην ομορφότερη εικόνα ολόκληρου του ταξιδιού.
Η Λευκάδα, όμως, δεν είχε ακόμη ανοίξει όλα τα χαρτιά της.
Κι εμείς είχαμε πια μάθει να μην κάνουμε τόσο γρήγορα προβλέψεις.
Οι Εγκρεμνοί και τα σκαλοπάτια της αλήθειας
Στους Εγκρεμνούς η περιπέτεια απέκτησε κατακόρυφη διάσταση.
Στην αρχή όλοι μιλούσαμε. Στη μέση της διαδρομής οι συζητήσεις περιορίστηκαν σε μικρές φράσεις. Λίγο αργότερα ακούγονταν μόνο οι ανάσες μας και η περιστασιακή ερώτηση:
«Ποιος πρότεινε αυτή τη σκηνή;»
Τα σκαλοπάτια έμοιαζαν ατελείωτα. Κάθε στροφή υποσχόταν ότι η παραλία βρισκόταν λίγο πιο κοντά και κάθε επόμενη αποκάλυπτε ότι η προηγούμενη είχε πει ψέματα.
Όταν, όμως, η ακτή εμφανίστηκε κάτω από τους κατάλευκους γκρεμούς, σχεδόν κανείς δεν θυμόταν την κούραση.
Κάθισα σε έναν βράχο και δήλωσα ότι ήθελα να θαυμάσω τη θέα.
Η αλήθεια είναι ότι περίμενα να επιστρέψει η αναπνοή μου. Η κάμερα κατέγραψε και τη δήλωση και την προσπάθεια να φαίνομαι απολύτως άνετος.
Στους Εγκρεμνούς νιώσαμε καθαρό δέος. Το ύψος των γκρεμών, η ανοιχτή θάλασσα και το χρώμα του νερού έκαναν τους ανθρώπους στην ακτή να μοιάζουν μικροί.
Δεν μας ενόχλησε καθόλου.
Μερικές φορές χρειάζεται να αισθανθείς μικρός για να θυμηθείς πόσο μεγάλος είναι ο κόσμος.
Πόρτο Κατσίκι: η εικόνα που δεν χρειάζεται συστάσεις
Στο Πόρτο Κατσίκι το τοπίο έγινε ακόμη πιο δραματικό.
Κατακόρυφοι λευκοί βράχοι, τιρκουάζ νερά και μια ακτογραμμή που μοιάζει να έχει σχεδιαστεί για να δοκιμάζει τα όρια της φωτογραφικής μηχανής και της ανθρώπινης περιγραφής.
Σταθήκαμε ψηλά και παρακολουθήσαμε τις βάρκες να φαίνονται μικρές μέσα στο Ιόνιο. Κατεβήκαμε κοντά στη θάλασσα και σηκώσαμε το βλέμμα προς τον γκρεμό.
Από πάνω αισθανόμουν ότι μπορούσα να αγκαλιάσω ολόκληρη την εικόνα.
Από κάτω καταλάβαινα ότι η εικόνα ήταν εκείνη που μας είχε κυριεύσει.
Η ομάδα προσπαθούσε να αποτυπώσει το μέγεθος του τοπίου, όμως κάθε πλάνο έδειχνε μικρότερο από αυτό που βλέπαμε μπροστά μας.
Για μια στιγμή πιστέψαμε ότι εκεί τελείωνε η αναζήτηση.
Ο χάρτης, όμως, συνέχιζε μέχρι το ακρωτήριο.

Το ακρωτήριο Λευκάτας και το τελευταίο σημείωμα
Στο τελευταίο σημείο του χάρτη διαβάσαμε ξανά τη φράση:
«Εκεί όπου οι λευκοί βράχοι κόβουν τη θάλασσα, τελειώνει η αναζήτηση».
Φτάσαμε στο ακρωτήριο Λευκάτας λίγο πριν από τη δύση του ήλιου.
Ο φάρος στεκόταν πάνω από τους απότομους λευκούς βράχους και το Ιόνιο απλωνόταν μπροστά μας χωρίς κανένα φυσικό όριο. Η αρχαιότητα τοποθετούσε εδώ το ιερό του Απόλλωνα, ενώ ο θρύλος έφερε μέχρι αυτό το άκρο του νησιού τη Σαπφώ.
Ιστορία, μύθος και τοπίο συναντιούνται στο ακρωτήριο με έναν τρόπο που προκαλεί δέος. Ο άνεμος δυναμώνει, οι βράχοι κατεβαίνουν απότομα προς τη θάλασσα και ο ορίζοντας μοιάζει να απομακρύνεται όσο περισσότερο τον κοιτάς.
Ο φάκελος κόντεψε να φύγει από τα χέρια μας.
Τον κράτησα, τον άνοιξα και βρήκα μέσα ένα τελευταίο σημείωμα:
«Δεν χρειαζόταν να βρείτε την Ιθάκη. Χρειαζόταν να ταξιδέψετε σαν να την αναζητούσατε».
Κοίταξα τη θάλασσα, ύστερα τον τσαλακωμένο χάρτη και τέλος την κάμερα.
«Τελικά χαθήκαμε», είπα.
Έκανα μια μικρή παύση.
«Αλλά μάλλον αυτό ήταν το σχέδιο».
Κανείς από την ομάδα δεν διαφώνησε.
Ο Βουρνικάς, το Ροδάκι και το ακρωτήριο Λευκάτας ολοκλήρωσαν μαζί το τελευταίο κεφάλαιο της ιστορίας μας. Από τη ζωή ενός ορεινού χωριού περάσαμε σε έναν τόπο όπου οι εποχές στέκονται η μία πάνω στην άλλη και καταλήξαμε στην άκρη των λευκών βράχων, εκεί όπου ο χάρτης τελείωνε αλλά η αίσθηση του ταξιδιού έμενε ανοιχτή.
Τα τοπόσημα που γέμισαν τις άκρες του χάρτη
Πέρα από τις μεγάλες στάσεις της διαδρομής, το ταξίδι γέμισε τον χάρτη μας με πολλές ακόμη μικρές και μεγάλες ανακαλύψεις.
Σημειώσαμε την κινητή γέφυρα, τη λιμνοθάλασσα, τη Γύρα και την Αμμόγλωσσα, τη Μονή Φανερωμένης, τον Άγιο Ιωάννη Αντζούση και την Παναγία των Βλαχερνών. Κρατήσαμε το Αρχαιολογικό Μουσείο, το Καλλιγόνι, τους Καρυώτες, τον Κούλμο, το αρχαίο θέατρο και τις παλιές Αλυκές Αλεξάνδρου.
Στο εσωτερικό του νησιού προσθέσαμε την Απόλπαινα και τη Μονή Οδηγήτριας, το Φρύνι, τους Σφακιώτες, τον Κάβαλο, το Σπανοχώρι, τα Πλατύστομα, την Κόκκινη Εκκλησιά, την Καρυά, την Εγκλουβή, το οροπέδιο του Αγίου Δονάτου, τους Βόλτους, τον Παλαιό Αλέξανδρο και το Δάσος των Σκάρων.
Στον Σύβρο σημειώσαμε τις πηγές της Κερασιάς, τα ίχνη των παλιών νερόμυλων, το δάσος της Δάφνης και τη σπηλιά Καρούχα. Κρατήσαμε επίσης τον Βουρνικά και το Ροδάκι, τη Μονή του Αγίου Ιωάννη και τα κατάλοιπα του αρχαίου δωρικού ιερού.
Στην ακτογραμμή σημειώσαμε τον Άγιο Ιωάννη και τους ανεμόμυλους, τον Άγιο Νικήτα και την παραλία Μύλος, τη Νικιάνα και την παραλία Λίμνη, το Νυδρί και τη Ράχη, τους καταρράκτες του Δημοσάρη, το Στενό Νυδριού με τους προϊστορικούς τύμβους, το Γένι, τον κόλπο του Βλυχού, το Φτερνό, τη Βασιλική και το Αγιοφύλλι.
Από το Νυδρί κοιτάξαμε προς τη Μαδουρή, τον Σκορπιό, τη Σπάρτη και το Σκορπίδι, τα μικρά νησιά που κάνουν την ανατολική πλευρά της Λευκάδας να μοιάζει με φυσικό αρχιπέλαγος.
Και φυσικά, στο νότιο και δυτικό άκρο του ταξιδιού μας, σημειώσαμε τους Εγκρεμνούς, το Πόρτο Κατσίκι, τον φάρο και τους λευκούς βράχους του ακρωτηρίου Λευκάτας.
Δεν περάσαμε από όλα αυτά τα σημεία σαν να συμπληρώναμε έναν κατάλογο. Άλλα έγιναν ολόκληρες ιστορίες, άλλα μικρές στάσεις και άλλα έμειναν ως υποσχέσεις για την επόμενη φορά.
Γιατί όσο περισσότερο γνωρίζεις τη Λευκάδα, τόσο μεγαλώνει ο χάρτης της.

Οι άνθρωποι που έγιναν μέρος της περιπέτειας
Οι εννέα επιχειρήσεις που συναντήσαμε δεν στάθηκαν έξω από την περιπέτεια και δεν λειτούργησαν ως απλές στάσεις.
Μπήκαν στην ιστορία ακριβώς τη στιγμή που τις χρειαζόμασταν.
Η Green Motion Car and Van Rental μάς έδωσε τα κλειδιά και την ελευθερία να ακολουθήσουμε τον χάρτη. Το BookAmvilia έγινε το μικρό αρχηγείο όπου οι γρίφοι συνάντησαν τα βιβλία και οι απορίες μας απέκτησαν νέα ίχνη. Το Αρχονταρίκι γέμισε το αυτοκίνητο με ζεστό ψωμί, παραδοσιακές πίτες, λαδόπιτα και λαδοκούλουρα.
Οι Φρουτοαπολαύσεις – LEFKAS FRUITS μάς εφοδίασαν με χρώμα, φρεσκάδα και όσα χρειαζόμασταν για τον δρόμο. Το Aramos Cafe μάς πρόσφερε την πρώτη ανέμελη ανάσα απέναντι στον άνεμο του Αγίου Ιωάννη. Το Xristina Hair Salon ανέλαβε τη μικρή αλλά αναγκαία «επισκευή» της εικόνας μου έπειτα από αέρα, άμμο και μονοπάτια.
Το Hotel Pegasos έγινε η παραθαλάσσια βάση όπου ξεκουραστήκαμε και οργανώσαμε την επόμενη διαδρομή. Η Ταβέρνα Έλενα μάς χάρισε ένα ήρεμο θαλασσινό τραπέζι στον κόλπο του Γενιού. Και το ROZALIA Cafe & Brunch, μπροστά στο λιμάνι της Βασιλικής, έγινε η τελευταία ζεστή παύση της παρέας πριν από τις μεγάλες παραλίες και τους λευκούς γκρεμούς του νότου.
Οι άνθρωποι αυτοί δεν μας έδωσαν μόνο κλειδιά, ιστορίες, ψωμί, φρούτα, καφέ, φροντίδα, ένα δωμάτιο ή ένα γεμάτο τραπέζι.
Μας έδωσαν κάτι πολύ δυσκολότερο να φωτογραφηθεί.
Την αίσθηση ότι σε κάθε γωνιά του νησιού υπήρχε κάποιος πρόθυμος να μας βοηθήσει να συνεχίσουμε.
Δεν τα είδαμε απλώς, τα ζήσαμε
Την ημέρα της επιστροφής περάσαμε ξανά από την ίδια κινητή γέφυρα.
Ο χάρτης ήταν τσαλακωμένος. Είχε κόκκους άμμου από τις παραλίες, έναν λεκέ από καφέ και μια μικρή σταγόνα μελιού.
Το αυτοκίνητο μύριζε ψωμί, σαλάμι, βότανα, αντηλιακό και θάλασσα.
Εμείς είχαμε αλλάξει περισσότερο από τον χάρτη.
Είχαμε νιώσει δέος μπροστά στο Κάστρο της Αγίας Μαύρας, στους Εγκρεμνούς και στους γκρεμούς του Λευκάτα. Είχαμε γελάσει με τον αέρα, το κρύο νερό, τα λάθη του GPS και το παπούτσι μου που εγκατέλειψε πρώτο την αποστολή. Είχαμε αισθανθεί χαρά γύρω από τα τραπέζια και νοσταλγία στα πέτρινα σπίτια του Παλαιού Αλεξάνδρου.
Είχαμε χαμηλώσει τη φωνή στον Άγιο Στέφανο και στην Κόκκινη Εκκλησιά. Είχαμε ενθουσιαστεί όταν οι τριάντα τρεις κύκλοι του χάρτη έγιναν πραγματικοί προϊστορικοί τύμβοι μπροστά μας. Είχαμε εκπλαγεί από το πράσινο του Δάσους των Σκάρων, τα νερά του Σύβρου και τη συνάντηση αρχαιότητας και παράδοσης στο Ροδάκι.
Κουραστήκαμε, δοκιμάσαμε, χαθήκαμε, επιστρέψαμε, ξαναφύγαμε και γελάσαμε περισσότερο απ’ όσο είχαμε προγραμματίσει.
Πριν φύγουμε, βάλαμε μέσα στον άδειο φάκελο ένα δικό μας σημείωμα για τον επόμενο ταξιδιώτη:
«Στη Λευκάδα χαθήκαμε αρκετά για να βρούμε όσα δεν γνωρίζαμε ότι ψάχναμε».
Γιατί τη Λευκάδα δεν αρκεί να τη δεις.
Πρέπει να τη διασχίσεις, να τη δοκιμάσεις, να κουραστείς, να παρασυρθείς από τον αέρα, να ακολουθήσεις έναν λάθος δρόμο και να αφήσεις τους ανθρώπους της να σου δείξουν τον σωστό.
Δεν φύγαμε λέγοντας ότι τα είδαμε όλα.
Φύγαμε ξέροντας ότι τα ζήσαμε όλα.
Αχ Ελλάδα, σ’ αγαπώ!
Φώτο Επιμέλεια Διονύσιος Κούρτης
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου