
Η Άννα Σικελιανού (Αθήνα, 1900 – Αθήνα, 2006), δεύτερη σύζυγος του ποιητή, Άγγελου Σικελιανού. Το πατρικό της όνομα ήταν Άννα Καμπανάρη και ο πρώτος της σύζυγος ήταν ο γιατρός, Γιώργος Καραμάνης, ιδρυτής του πρώτου σανατόριου στην Ελλάδα, στο χωριό Δράκεια του Πηλίου. Το 1938 γνώρισε τον ποιητή Άγγελο Σικελιανό και παντρεύτηκαν το 1940. Ο γάμος αυτός ήταν ο δεύτερος γάμος και για τον Σικελιανό, πρώτη σύζυγος του οποίου υπήρξε η Αμερικανίδα Εύα Πάλμερ, η οποία ήταν ελληνίστρια, λάτρης του αρχαίου ελληνικού πολιτισμού, χορογράφος και ιστορικός του χορού με σημαντική προσφορά στην προώθηση του ελληνικού χορού, του θεάτρου και της μουσικής. Η Άννα Σικελιανού ασχολήθηκε ενεργά με την υφαντική τέχνη, μέσω της οποίας μάλιστα κάλυψε και βιοποριστικές της ανάγκες, καθόσον μετά το θάνατο του ποιητή και συζύγου της, Άγγελου Σικελιανού, για να αντιμετωπίσει τα οικονομικά προβλήματα που ανέκυψαν, έμαθε να δουλεύει στον αργαλειό και ύφαινε κατά παραγγελία.
Το παρόν μαθησιακό αντικείμενο μπορεί να χρησιμοποιηθεί στο πλαίσιο του μαθήματος της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας, ως αφορμή για την ανάδειξη του ευαίσθητου ψυχισμού και τη βαθιάς αγάπης που έτρεφε ο Σικελιανός για την εικονιζόμενη, δεύτερη σύζυγό του, την Άννα Σικελιανού. Η ίδια αναφέρει ότι ο Σικελιανός την ανύψωνε στο δικό του μέγεθος και ότι αυτή ακολουθούσε πιστά τις διδασκαλίες του και δεν τον αμφισβητούσε ποτέ. Οι μαθητές θα αναζητήσουν αποσπάσματα των επιστολών τους κατάλληλα να δείξουν το μέγεθος της έντονης αγάπης που τους συνέδεε. Προτείνεται ακόμα, με αφορμή το μαθησιακό αντικείμενο αλλά και αφού έχει αναδειχθεί η προσωπικότητα της εικονιζόμενης, ιδιαίτερα η ενασχόλησή της με την υφαντική τέχνη, εκπαιδευτικός και μαθητές να ψηλαφίσουν τα ίχνη της ιστορικής πορείας του αργαλειού, με απώτερο στόχο να επισημάνουν την αξία και τη σημασία του οικιακού αυτού εργαλείου σε διάφορα επίπεδα. Ενδεικτικά θα μπορούσαν α) να διερευνήσουν τη σημασία του αργαλειού για το νοικοκυριό, όσον αφορά δηλαδή την κάλυψη των αναγκών μιας οικογένειας σε ένδυση, λευκά είδη, κλινοσκεπάσματα, χαλιά κ.ά. σε κοινωνίες του παρελθόντος, στις οποίες η οικονομία του οίκου παρουσίαζε σημαντικό βαθμό αυτάρκειας, ενώ και οι εμπορευματικές συναλλαγές στον τομέα αυτό ήταν πολύ περιορισμένες και β) να ασχοληθούν με τον αργαλειό ως εργαλείο κατασκευής έργων λαϊκής τέχνης, αλλά και να αναζητήσουν τη συμβολή των έργων αυτών στην ποιότητα της καθημερινής ζωής. Ενδιαφέρον, τέλος, θα ήταν να τεθεί στους μαθητές ο προβληματισμός σχετικά με το τι σημαίνει ή ποιες επιπτώσεις έχει το γεγονός ότι σήμερα η τέχνη του αργαλειού έχει πλέον ξεχαστεί στα αστικά κέντρα, ενώ και στην ελληνική επαρχία επιβιώνει ως γνώση που την κατέχουν ορισμένες γυναίκες μεγάλης ηλικίας, γνώση μη αξιοποιήσιμη αλλά και μη μεταδιδόμενη στις νεότερες γενιές.
Φώτο Ρεπορτάζ Διονύσιος Κούρτης
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου