Σάββατο, 11 Μαρτίου 2017

Τα Σπίτια στη Ζωή του Άγγελου Σικελιανού - Πλούσιο Φώτο Ρεπορτάζ


 
 

Της Λίλας Κονομάρα

«Όσοι γράψαμε ως τώρα για τον Σικελιανό», γράφει ο Αντρέας Καραντώνης στην κριτική του μελέτη Φυσιογνωμίες, «όλοι σχεδόν τον γνωρίσαμε και σαν άνθρωπο από πολύ κοντά, κι αφεθήκαμε να κυριαρχηθούμε απ’ αυτό το καταπληκτικό φαινόμενο της ζωής και της ποίησης που συμπλέκονταν στην προσωπικότητά του. Για μας, ο ίδιος ήταν η καλύτερη, η πιο λαμπρή κι η πιο πειστική κριτική εικονογράφηση του έργου του. Κι αντίστοιχα, το έργο του μας θύμιζε ολοένα τον Άνθρωπο Σικελιανό. Κάθε του στίχος μάς τον ξανάστηνε μπροστά μας ολοζώντανο με τη βουερή φωνή του, με το μίλημά του που έμοιαζε περισσότερο με χρησμολογία παρά με στοχασμό, με τον ζωϊκό πληθωρισμό του, μ’ αυτό το ξεχείλισμα των φυσικών δυνάμεων που ήταν έκδηλο στο κορμί του, στην περπατησιά του, στο αιματώδες του πρόσωπο, στις χειρονομίες του, στη στάση του, στη φωνή του. Φαινόμενο το έργο, φαινόμενο κι ο άνθρωπος».
Η πληθωρική και έντονα λυρική προσωπικότητα του Άγγελου Σικελιανού καθρεφτίζεται τόσο στο έργο του όσο και στις ποικίλες δραστηριότητές του. Η ζωή του χαρακτηρίζεται από συνεχείς μετακινήσεις: Λιβύη, Αμερική όπου παντρεύεται την Εύα Πάλμερ, Παρίσι, περιηγήσεις με το φίλο του Ν. Καζαντζάκη στο Άγιο Όρος και σε πολλά άλλα μέρη της Ελλάδας, Παλαιστίνη. Τα διάφορα σπίτια στα οποία κατέλυσε κατά καιρούς συνδέονται με διαφορετικές πλευρές και περιόδους τού τόσο πλούσιου και δημιουργικού του βίου.

Το σπίτι στη Συκιά Κορινθίας
Με εξαίρεση τα μεγάλα διαστήματα κατά τα οποία διέμενε στην Αθήνα, όπου βρισκόταν και η μόνιμη κατοικία του, τρία ήταν τα σπίτια που σηματοδοτούν σημαντικές περιόδους της ζωής του. Το πρώτο, στη Συκιά Κορινθίας όπου περνούσε μεγάλα διαστήματα ακόμα και χωρίς την Εύα. Το 1915 φιλοξενεί τον Καζαντζάκη, ο οποίος σημειώνει στο ημερολόγιό του: «Μέναμε οι δυο σ’ ένα εξοχικό σπίτι, μέσα σε πευκώνα, στην άκρα της θάλασσας. Διαβάζαμε Ντάντε και Παλαιά Διαθήκη και Όμηρο, μου απάγγελνε με τη βροντερή φωνή του στίχους δικούς του, κάναμε μακρινούς περιπάτους. Γκρεμίζαμε και δημιουργούσαμε τον κόσμο, ήμασταν κι οι δυο σίγουροι πως η ψυχή είναι παντοδύναμη. Μονάχα που εκείνος νόμιζε πως η ψυχή η δική του, εγώ πως η ψυχή του ανθρώπου». Πηγαίνοντας πάλι στη Συκιά λίγους μήνες αργότερα, οι δυο φίλοι θα μάθουν στην Πάτρα για την επιστράτευση. Εκεί, σύμφωνα με μια μαρτυρία, τον Αύγουστο του 1922, ο Σικελιανός μαθαίνει και την είδηση για την Μικρασιατική καταστροφή και επί τρεις μέρες κλείνεται στο δωμάτιό του και κλαίει. Το ίδιο αυτό σπίτι, το τόσο γόνιμο για τον ποιητή, θα επιλέξει αργότερα ο γιος του Γλαύκος για να ζήσει για καιρό μια ήσυχη και απομονωμένη ζωή.
Στα χρόνια του πρώτου παγκόσμιου πόλεμου, ο Σικελιανός συλλαμβάνει τη «Δελφική Ιδέα» που θα αποτελέσει σημαντικό σταθμό στη ζωή του. Με τη συνδρομή της Εύας Πάλμερ επιχειρεί να δημιουργήσει στους Δελφούς έναν παγκόσμιο πνευματικό πυρήνα, ένα «παγκόσμιο ενωτικό κέντρο της Ανθρωπότητας». Προς το σκοπό αυτό υποθηκεύεται το σπίτι στη Συκιά και η Εύα αφιερώνει όλη της την περιουσία. Το 1929 συστήνεται «Επιτροπή Δελφικών Εορτών». Τα έξοδα, πέραν της συμμετοχής της ελληνικής κυβέρνησης, καλύπτονται από χορηγίες διαφόρων ιδιωτών, όπως του Αντώνη Μπενάκη και της αδελφής του Πηνελόπης Δέλτα, της Έλενας Βενιζέλου και άλλων. Οι γιορτές έχουν μεγάλη απήχηση στην Ελλάδα και στο εξωτερικό, και οι δύο παραστάσεις του Προμηθέα Δεσμώτη και των Ικέτιδων του Αισχύλου γνωρίζουν μεγάλη επιτυχία. Το σπίτι στους Δελφούς, που σήμερα αποτελεί ιδιοκτησία του Ευρωπαϊκού Πολιτιστικού Κέντρου Δελφών και στεγάζει ένα μικρό μουσείο με προσωπικά αντικείμενα του ζεύγους αλλά και υλικό από τις γιορτές, κτίστηκε την περίοδο των πρώτων Δελφικών Εορτών το 1927. Οι γιορτές επαναλήφθηκαν για άλλη μία φορά, το 1930. Δυστυχώς η οικονομική καταστροφή του ζευγαριού θα ανακόψει τις προσπάθειές τους και θα οδηγήσει και στη διάλυση του γάμου τους. Ο Σικελιανός αφοσιώνεται πλέον αποκλειστικά στη συγγραφή.

Το σπίτι των Δελφών
Το 1933 επισκέπτεται τον όρμο της Φανερωμένης στη Σαλαμίνα. Εκεί, στη θέση ενός παλιού ανεμόμυλου είχε χτιστεί ένα οίκημα το οποίο χρησιμοποιούσε το μοναστήρι. Ο Σικελιανός ζήτησε να του παραχωρηθεί ένας χώρος για να μείνει, πράγμα που έγινε. Σ’ αυτό το σπίτι έζησε για μεγάλα διαστήματα από το 1938 έως το τέλος του 1949 μαζί με την Άννα Καραμάνη, την οποία γνώρισε και παντρεύτηκε το 1938, με τη συγκατάθεση της Εύας καθώς και του πρώην συζύγου της Άννας. Το 1942 ξαναέρχεται σε επαφή με τον Καζαντζάκη, με τον οποίο είχαν χαθεί για πάνω από είκοσι χρόνια λόγω διαφοράς πορείας και απόψεων. «Ο δρόμος είναι τώρα ανοιχτός για την περιπόθητη συνάντηση», γράφει ο Παντελής Πρεβελάκης. «Περιπόθητη για τρεις φίλους. Ο Καζαντζάκης κι εγώ έχουμε γενέθλια στις 18 Φεβρουαρίου, και μας αρέσει να τα γιορτάζουμε μαζί. Το μήνα Ιανουάριο του 1942, τον προσκαλώ να έρθει στην Αθήνα να τον φιλοξενήσω μερικές μέρες. Παρά τις δυσκολίες που συναντά για να λάβει από τους Γερμανούς την άδεια να μετακινηθεί από την Αίγινα, βρίσκεται στο σπίτι μου στις 18 Φεβρουαρίου. Ο Σικελιανός χτυπά την πόρτα μου την άλλη μέρα το πρωί. Οι δυο φίλοι πέφτουν στην αγκάλη ο ένας του άλλου: ο Σικελιανός διαχυτικός, ο Καζαντζάκης συνεσταλμένος. Προτού καλά-καλά συνέλθουν από το ξάφνιασμα, αρχίζουν να κάνουν σχέδια συμβίωσης. Ο Άγγελος παίρνει μεμιάς την απόφαση να πάει να εγκατασταθεί στην Αίγινα μαζί με τη γυναίκα του». Περνούν έξι μήνες στην Αίγινα, στο σπίτι του ζωγράφου Τάκη Καλμούχου, που βρισκόταν πολύ κοντά στου Καζαντζάκη. Στο τέλος του Οκτώβρη του 1942 δυστυχώς οι Γερμανοί δεν θα του ξαναδώσουν άδεια να παραμείνει στο νησί.

Το σπίτι της Σαλαμίνας
Εκτός από το σπίτι των Δελφών, μουσείο έγινε και το σπίτι της Σαλαμίνας, μετά από επιθυμία της Άννας Καραμάνη. Το 2009, ξεκίνησαν επίσης στη Λευκάδα εργασίες αναπαλαίωσης και μετατροπής σε μουσείο του σπιτιού όπου ο ποιητής πέρασε τα παιδικά του χρόνια.

Το σπίτι στη Λευκάδα

Όσο για τη βίλλα στη Συκιά Κορινθίας, έξοχο κτίσμα των αρχών του εικοστού αιώνα, μετατράπηκε σε πολυτελές ξενοδοχείο που ελάχιστα θυμίζει τις αλλοτινές εποχές, τις ενθουσιώδεις συζητήσεις με ανθρώπους των γραμμάτων και των τεχνών, τις αγωνιώδεις αναζητήσεις, τη χειμαρρώδη φύση και την ακτινοβολία του ποιητή που κατάφερε να συγκεράσει τον πλούτο της ελληνικής παράδοσης με τα πνευματικά επιτεύγματα της Δύσης και καταφέρνει ακόμα με τους στίχους του να ακούγεται τόσο επίκαιρος:
Κ’η καρδιά μου, ως εβάδιζα, βογκούσε:
«θα’ ρτει τάχα ποτέ, θε να ‘ρτει η ώρα
που η ψυχή της αρκούδας και του Γύφτου,
κ’η ψυχή μου, που Μυημένη τηνε κράζω,
θα γιορτάσουν μαζί;»
Κι ως προχωρούσα,
κ’εβράδιαζε, ξανάνιωσα απ’ την ίδια
πληγή, που η μοίρα μ’ άνοιξε, το σκότος
να μπαίνει ορμητικά μέσ’ στην καρδιά μου,
καθώς από ραγισματιάν αιφνίδια μπαίνει
το κύμα σε καράβι που ολοένα
βουλιάζει… Κι όμως τέτοια ως να διψούσε
πλημμύραν η καρδιά μου, σα βυθίστη
ως να πνίγηκε ακέρια στα σκοτάδια,
ένα μούρμουρο απλώθη απάνωθέ μου,
ένα μούρμουρο,
Κ’ έμοιαζ’ έλεε:
«Θα ‘ρτει».

ΠΗΓΗ: www.oanagnostis.gr

Φώτο   Επιμέλεια    Διονύσιος   Κούρτης 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου